Αντισημιτισμός στην Ελλάδα: ένα από τα συμπτώματα του μοντέρνου ελληνικού εθνικοπατριωτισμού

του Κώστα Αβραμίδη 

Αντισημιτικό πανό σε συλλαλητήριο κατά της συμφωνίας των Πρεσπών (Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος του 2018). Πηγή: conspiracywatch.info

Δεν υπάρχει διαφυγή από τον αντισημιτισμό και τους αντισημίτες στην Ελλάδα. 

Το φαινόμενο του αντισημιτισμού στην Ελλάδα είναι πέραν της θεωρίας του «καναρινιού στο ανθρακωρυχείο» (canary in a coal mine). Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία, σε μια κοινωνία που οι συνωμοσιολογικές αντισημιτικές απόψεις και η βία είναι σε ανοδική πορεία, ο εθνικισμός βρίσκεται επίσης σε έξαρση. Αν αυτό όντως ισχύει, η Ελλάδα πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, καθώς ο αντισημιτισμός δεν σταμάτησε ποτέ να είναι η αιχμή του ελληνικού εθνικισμού, ο οποίος είναι καθεστώς εδώ και διακόσια χρόνια, ενώ οι επιπτώσεις του επιδρούν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Φυσικά οι πρώτοι που «γεύονται» τις συνέπειες των γενεών οικοδόμησής του, είναι οι μειονότητες και οι μετανάστες.

Την τελευταία δεκαετία, το δρόμο για την συμμετοχή της εθνικιστικής ακροδεξιάς – εμπροσθοφυλακής του ελληνικού εθνικισμού – στα υψηλότερα κυβερνητικά κλιμάκια έστρωσε η αριστερά όταν συνεργάστηκε με τους εθνικιστές ακροδεξιούς συνωμοσιολόγους με σκοπό την δημιουργία «αριστερής» κυβέρνησης. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο το έκανε και η δεξιά εισάγοντας στην παράταξή της εθνικιστές ακροδεξιούς, ώστε να συσπειρώσει στις τάξεις της τους ακροδεξιούς, διαφορετικά δεν θα μπορούσε ούτε αυτή να σχηματίσει μακρόπνοη κυβέρνηση. 

Δυστυχώς, για όλους αυτούς που έχουν διδαχθεί να βλέπουν την πολιτική με όρους δεξιάς και αριστεράς και όχι με όρους εθνικιστών/πατριωτών και δημοκρατών, ο δεξιός και ακροδεξιός αντισημιτισμός και ρατσισμός είναι το κύριο πρόβλημα ενώ ο αριστερός αντισημιτισμός και ρατσισμός ξεπλένονται στην κολυμβήθρα του «αγωνιστικού παρελθόντος» του αντικαπιταλισμού και του αντιιμπεριαλισμού. 

Πολλοί θεωρούν φυσικό επόμενο, χωρίς να έχουν απαραίτητα άδικο, ότι είναι πιο εύκολο για τη δεξιά να προσελκύσει τους εθνικιστές και εθνικοπατριώτες ακροδεξιούς, αυτό όμως που αδυνατούν να κατανοήσουν στην Ελλάδα – και όχι μόνο – είναι ότι αυτό που γεννά τον αντισημιτισμό τον ρατσισμό, καθώς και άλλες μορφές διακρίσεων στις μοντέρνες κοινωνίες και έθνη-κράτη, είναι η εθνικιστική εξιστόρηση των πραγμάτων και η δημιουργία εθνικιστικής συνείδησης και πολιτισμού.

Το μέγεθος του προβλήματος είναι τόσο μεγάλο, που οι λίγοι συνάνθρωποί μας που πραγματικά θέλουν να βοηθήσουν για να αλλάξει η κατάσταση της κοινωνίας στην οποία ζουν καταναλώνουν το χρόνο τους προσπαθώντας να αντικρούσουν τα συμπτώματα του εθνικισμού. 

Η μη ύπαρξη δημοκρατικής κοσμικής πολιτικής εκπαίδευσης με σκοπό την δημιουργία ενεργών πολιτών με δημοκρατικό ήθος και πολιτισμό για την οικοδόμηση μιας ολοένα και περισσότερο δημοκρατικής κοινωνίας είναι το ζητούμενο. Όσο αυτό το ζητούμενο συνεχίζει να μην είναι ο κυρίαρχος πολιτικός στόχος στις κοινωνίες που ζούμε, θα συνεχίσουμε να βιώνουμε τις ολέθριες επιπτώσεις του εθνικισμού. 

Οι Εβραϊκές Κοινότητες στην Ελλάδα μετά το σχεδόν ολικό ξεκλήρισμά τους κατά τη διάρκεια της Shoah, με την συμμετοχή μεγάλου μέρους των Ελληνορθοδόξων αυτής της χώρας, αποτελεί πλέον μια μικρή μειονότητα σε σχέση με άλλες πολυπληθέστερες στην χώρα, όπως οι Ρομά, οι Τούρκοι, οι Σλάβοι κτλπ, παρόλα αυτά αποτελούν κυρίαρχο στόχο της ελληνικής εθνικιστικής μισαλλοδοξίας.

Πάνω από τα 2/3 του ντόπιου πληθυσμού έχει αρνητικές απόψεις για τους Εβραίους μέσα στη χώρα και το εξωτερικό, και φυσικά δεν τους θεωρεί Έλληνες πολίτες, καθώς δεν είναι χριστιανορθόδοξοι.

Οι λιγοστοί που απόμειναν έχουν καταφέρει να εξαφανιστούν μέσα στο πλήθος, αυτό όμως δεν έχει αποθαρρύνει τους Έλληνες εθνικιστές από το να βεβηλώνουν τους τάφους των προγόνων τους, τα πρόσφατα αναγερθέντα μνημεία για το Ολοκαύτωμα και τους εναπομείναντες χώρους λατρείας που ντόπιοι Έλληνες δεν πρόφτασαν να καταστρέψουν στο παρελθόν.

Από την άλλη μεριά, κάθε φορά που το κράτος-καταφύγιο του Ισραήλ εμπλέκεται σε εχθροπραξίες με τους Παλαιστινίους, αυτό το μικρό κράτος κατηγορείται από τους Έλληνες εθνικιστές ως υπεύθυνο για αυτήν την πολυετή, πολυσύνθετη και πικρή διαμάχη μεταξύ των δύο πλευρών. Με τις υπεραπλουστευτικές τους εξηγήσεις, πολλοί Έλληνες αριστεροί αλλά και άλλοι ενισχύουν τον ήδη υπάρχοντα αντισημιτισμό. 

Ενδεικτικό του τρόπου σκέψης των Ελλήνων εθνικιστών και λοιπών πατριωτών αποτυπώνεται πολύ καλά σε ένα ηχητικό ντοκουμέντο από την υπερασπιστική γραμμή που ακολούθησε ο Θάνος Πλεύρης ως συνήγορος του πατέρα του, που ο δημοσιογράφος Δημήτρης Ψαρράς συμπεριέλαβε σε πρόσφατο άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών. 

«Θα μπορούσατε να δικάσετε εδώ έναν άνθρωπο που θα έλεγε ότι θέλω να εξοντωθούν οι Τούρκοι; Θα μπορούσατε να δικάσετε εδώ έναν άνθρωπο που θα σας έλεγε ότι δεν αντέχω να έχω Αλβανούς στην Ελλάδα, δεν θέλω κανέναν Αλβανό στην Ελλάδα; Ειπώθηκε ότι λέει πως θέλει απαλλαγή της Ευρώπης από τους Εβραίους. Θα μπορούσατε εσείς να δικάσετε κάποιον που θα έλεγε ότι δεν θέλω να υπάρχει κανένας ξένος στην Ελλάδα; Καμία άλλη εθνική οντότητα; Ή κάποιον χριστιανό που θα έλεγε δεν θέλω να υπάρχει κανένας αλλόθρησκος στην Ελλάδα;».

Και φυσικά, ο Θάνος Πλεύρης δικαιώθηκε με αυτήν την εθνικιστική αντισημιτική/ρατσιστική υπερασπιστική του γραμμή, καθώς όπως όλοι γνωρίζουν ο αντισημίτης και λάτρης του εθνικοσοσιαλισμού συγγραφέας πατέρας του, αθωώθηκε από τους Έλληνες δικαστές και την ελληνική δικαιοσύνη, καθώς η συγκεκριμένη δικαιοσύνη είναι πρώτα απ’ όλα ελληνική και μετά δικαιοσύνη… 

Οι Εβραίοι στην Ιρλανδία του 20ου αιώνα – Πρόσφυγες, αντισημιτισμός και το Ολοκαύτωμα

Ο Κώστας Αβραμίδης γράφει για το βιβλίο του Dermot Keogh „Jews in the twentieth-century Ireland – Refugees, Anti-Semitism and the Holocaust” (Cork University Press, 1998).

Για να κατανοήσει κάποιος/α τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λαμβάνει χώρα ένα γεγονός ή μια σειρά γεγονότων σε μια κοινωνία ανθρώπων πρέπει να κατανοήσει όσο είναι δυνατόν την εξέλιξη αυτής της κοινωνίας σε βάθος χρόνου, τις συνθήκες και τα γεγονότα, καθώς και το πώς έβλεπε αυτή η κοινωνία ανθρώπων το είδωλό της στον «καθρέφτη» κατά την διάρκεια της τότε εξέλιξης της.

Επίσης πρέπει να λάβει υπόψιν το συνεχώς αυξανόμενο χάσμα που το πέρασμα του χρόνου δημιουργεί για την κατανόηση των πραγμάτων μεταξύ της σημερινής γενιάς ανθρώπων και των σημερινών κοινωνιών και όλων των προηγούμενων ανθρώπων και κοινωνιών που προϋπήρχαν, δυσκολεύοντας έτσι ακόμη περισσότερο το έργο μιας ερευνήτριας/ενός ερευνητή που θέλει να καταπιαστεί με την κατανόηση αυτών των γεγονότων.

Η Εβραϊκή κοινότητα της Ιρλανδίας στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν πάρα πολύ μικρή, αλλά εξίσου περιθωριοποιημένη όπως άλλες μεγαλύτερες κοινότητες σε άλλες χώρες της Ευρώπης, αριθμούσε μερικές εκατοντάδες ανθρώπων ανάμεσα σε εκατομμύρια χριστιανικού πληθυσμού, και ήταν εξίσου αχειραφέτητη όσο και η καθολική πλειοψηφία που ζούσε στο νησί.

Ο καθολικός Ντάνιελ Ο’Kονέλ που είχε εκλεγεί στο Βρετανικό κοινοβούλιο στις αρχές του 19ου αιώνα κατάφερε μετά από πολύ μεγάλη προσπάθεια να κερδίσει την απόκτηση βασικών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων για τους Καθολικούς καθώς και για τους Εβραίους, μετά από παράκληση μελών της Εβραϊκής κοινότητας που ζούσαν στα Βρετανικά νησιά και την Ιρλανδία και με τα οποία ο Ο’Κονέλ διατηρούσε στενές επαφές και σχέσεις.

Κατά την διάρκεια του καταστροφικού λοιμού του 1845, που κράτησε για σειρά επτά ετών προκαλώντας το θάνατο ενός εκατομμυρίου κατοίκων και την μετανάστευση άλλων δύο εκατομμυρίων κατοίκων του νησιού, η μικρή Εβραϊκή κοινότητα βρέθηκε εξ αρχής στην πρώτη γραμμή των προσπαθειών για βοήθεια των πληγέντων.

Κατά την διάρκεια των ρωσικών αντισημιτικών πογκρόμ που 1880-1890 που ενεργοποιήθηκαν από τα αντισημιτικά μέτρα της Ρωσικής αυτοκρατορίας το 1882 και 1891 ένας μεγάλος πληθυσμός Ρώσων Εβραίων προσφύγων, που υπολογίζεται σε δυο εκατομμύρια ανθρώπων, εγκατέλειψε άρον άρον, μεταξύ του 1880 εως το 1914, τον τόπο τους και τα περισσότερα υπάρχοντά τους μεταναστεύοντας κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αλλά και στην Παλαιστίνη, Καναδά, Νότια Αφρική, Βρετανία και Ιρλανδία.

Οι Εβραίοι πρόσφυγες που βρίσκουν καταφύγιο στην Βρετανία και Ιρλανδία αυξάνουν τον αριθμό των Εβραίων στα νησιά, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό, ο αριθμός των Εβραίων συνεχίζει να παραμένει πολύ μικρός σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό. Οι πρόσφυγες στο νησί της Ιρλανδίας εγκαθίσταται, κατά πλειοψηφία, στις μεγαλύτερες πόλεις του νησιού (Δουβλίνο, Μπέλφαστ, Κόρκ, Λίμερικ) καθώς οι πόλεις προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια και δυνατότητα εξοικονομησης των προς το ζην.

Κατά την διάρκεια των γεγονότων της υπόθεσης Ντρέιφους, ο εθνικιστής αρχηγός του Σιν Φέιν, Άρθουρ Γκρίφιθ, επιτρέπει την δημοσίευση αντισημιτικών άρθρων στο επίσημο όργανο της οργάνωσης United Irishman. Στα τέλει του 1899 ο ίδιος γράφει στην εφημερίδα της οργάνωσης: «Έχω δηλώσει και παλαιότερα ότι οι τρεις πιο δαιμονικές επιρροές του αιωνα είναι ο πειρατής, ο μασόνος, και ο Εβραίος». O Άρθουρ Γκρίφιθ που είχε ζήσει για αρκετό διάστημα στην Νότια Αφρική έγραψε επίσης στην εφημερίδα του για τους «βρομιάρηδες Εβραίους που έχουν εξαπλωθεί απο το Γιοχάνεσμπουργκ ως το Χάιντ Παρκ (Λονδίνο)».

Οι δηλώσεις στελεχών της Εβραϊκής κοινότητας ότι η Ιρλανδία είναι η ασφαλέστερη και ίσως η μοναδική χώρα στην Ευρώπη όπου δεν διώκονται οι Εβραίοι καταρρίπτονται γρήγορα και ηχηρά από τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στην πόλη του Λίμερικ το 1904, που αργότερα θα μετονομαστούν και ως το «πογκρόμ του Λίμερικ».

Ένας καθολικός ιερέας, ο πάτερ Creagh, ξεσηκώνει τον ντόπιο πληθυσμό κατά της τοπικής Εβραϊκής κοινότητας που αριθμεί είκοσι πέντε οικογένειες, κατά συντριπτική πλειοψηφία φτωχών βιοπαλαιστών. Οι απειλές λιντσαρίσματος, ο προπηλακισμός, καθώς και το μποϋκοτάζ συναλλαγών με την κοινότητα που κρατάει για σειρά μηνών καθιστά αδύνατη την παραμονή των προσφύγων στο Λίμερικ. Το γεγονός ότι δεν υπήρχαν θύματα οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην προστασία που η αστυνομία παρείχε στην κοινότητα. Οι δε χλιαρές εκκλήσεις της τοπικής ιεραρχίας της καθολικής εκκλησίας δεν έχουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Οι Εβραϊκές οικογένειες υποχρεώνονται να ξεπουλήσουν ότι λίγα υπάρχοντα έχουν και να ξαναμεταναστεύσουν κατά κόρον στην Μεγάλη Βρετανία και την Αμερική.

Τα επόμενα χρόνια με την έξαρση του ιρλανδικού καθολικού εθνικισμού η μικρή κοινότητα θα βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρά δίλημματα. Κατά την διάρκεια του πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου μέλη εθνικιστικών ενόπλων οργανώσεων στην Ιρλανδία θα ξεσηκωθούν κατά των Βρετανών το 1916 με κύριο αίτημα την ανεξαρτησία και την δημιουργία ενός ανεξάρτητου Ιρλανδικού Καθολικού κράτους. Μετά το τέλος του πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, θα υπογραφεί συμφωνία μεταξύ των Ιρλανδών εθνικιστών και της Βρετανικής κυβέρνησης με την παραχώρηση των 26 κομητειών για τη δημιουργία ιρλανδικού ανεξάρτητου κράτους. Αυτή η συμφωνία δεν περιλαμβάνει τις έξι κομητείες του Ulster στο Βορρά καθώς η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Ιρλανδοί διαφόρων Προτεσταντικών δογμάτων (Πρεσβυταριανοί, Αγγλικανοί, Μεθοδιστές, Βαπτιστές κ.α.) που αισθάνονται απειλούμενοι από το νέο καθεστώς που ξεδιπλώνεται στο νησί και αντιστέκονται σθεναρά – εξοπλίζονται και οργανώνονται σε παραστρατιωτικές οργανώσεις – στην προοπτική ενσωμάτωσής τους στο νέο κράτος.

Η συμφωνία που επιτυγχάνεται μεταξύ των Ιρλανδών Καθολικών εθνικιστών και του Βρετανικού κράτους θα φέρει τον διχασμό μεταξύ διαφορετικών εθνικιστικών κατανοήσεων και την ένοπλη εμφύλια σύρραξη. Η μικρή Ιρλανδική κοινότητα του νησιού έχοντας μπροστά της όλες αυτές τις δραματικές εξελίξεις θα προσπαθήσει να ενσωματωθεί στα νέα «κράτη» και στο πολιτικό περιβάλλον που θα αναδυθεί, δλδ τη Βόρεια Ιρλανδία και την Ιρλανδία.

Τα πράγματα θα πάνε από το κακό στο χειρότερο καθώς ο εθνικισμός, ο φασισμός και ο Ναζισμός κατευθύνονται προς το απόγειο τους με κύριο αποτέλεσμα τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα.

Τις δεκαετίες του 30 και 40 στην πολιτική σκηνή της Ιρλανδίας τα πράγματα που προκαλούν φόβο, ανασφάλεια και θλίψη στα μέλη της κοινότητας μέσα στη χώρα, είναι η άνοδος του εθνικιστικού, φασιστικού και αντισημιτικού κινήματος των blueshirts του στρατηγού Όουεν Ο’Ντάφυ, η εξωτερική πολιτική της Ιρλανδίας ως αναφορά την Γερμανία και τους Γερμανούς Εβραίους πρόσφυγες καθώς και οι κινήσεις του εθνικιστικού Σιν Φέιν-ΙΡΑ που έκανε προσπάθειες να πείσει τους Ναζί να τους βοηθήσουν να ενσωματώσουν την Βόρεια Ιρλανδία στο Ιρλανδικό κράτος!

Οι δε φασίστες και εθνικιστές του Όουεν Ο’Ντάφυ παρότρυναν τους εθνικιστές του Σιν Φέιν-ΙΡΑ να τους βοηθήσουν να ξεφορτωθούν τους Εβραίους από την χώρα. Ειδικά τη δεκαετία του ‘30 με την άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού στην Γερμανία και την προσπάθεια των Γερμανών Εβραίων να εγκαταλείψουν τη χώρα, θα γίνουν δραματικές και αλλεπάλληλες εκκλήσεις της Ιρλανδικής Εβραϊκής κοινότητας και ιδιαίτερα από τον Αρχι-Ραβίνο της Ιρλανδίας Ισαάκ Χέρτζογκ (πατέρα του 6ου προέδρου του Ισραήλ Χαΐμ Χέρτζογκ) στην Ιρλανδική κυβέρνηση να παράσχει άσυλο κυρίως σε παιδιά αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η Ιρλανδία δεν έσωσε κανένα Εβραίο από το Ολοκαύτωμα, ούτε όταν αυτό ήταν σχετικά εύκολο και εφικτό, την δεκαετία του ‘30, αλλά ούτε αργότερα κατά την διάρκεια του πολέμου.

Κάτι ακόμη που δυσκόλευσε τα πράγματα επιπλέον ήταν το γεγονός ότι της διπλωματικής αποστολής της Ιρλανδίας στην Γερμανία από την άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού ως το 1939, θα ηγείται ένας Ιρλανδός διπλωμάτης που αναμασούσε την Εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα των Ναζί. Επίσης, κατά την διάρκεια της ύπαρξης του Ναζισμού και του ιταλικού φασισμού, πράκτορες των δυο αυτών καθεστώτων/χωρών θα κινούνται ανενόχλητοι στο Δουβλίνο, κατέχοντας μερικοί από αυτούς υψηλά ιστάμενες θέσεις στην πόλη, και εις γνώσην των Ιρλανδικών μυστικών υπηρεσιών και της κυβέρνησης.

Ο αντισημιτισμός της συντριπτικής πλειοψηφίας της ιρλανδικής κοινωνίας θα λειτουργήσει ως φόβητρο για δράση από την ιρλανδική κυβέρνηση και κόμματα. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι παρότι ανώτεροι πολιτικοί άντρες της Ιρλανδίας και αρκετοί ακαδημαϊκοί, κατά την πλειοψηφία τους δεν ήταν αντισημίτες, και διατηρούσαν καλές, και σε πολλές περιπτώσεις στενές προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις με μέλη της κοινότητας, η κοινωνία κατά κόρον δεν έτρεφε τα ίδια αισθήματα για την πολύ μικρή Εβραϊκή κοινότητα της χώρας.

Αξιοσημείωτη – και μέχρι σήμερα ανεξήγητη – είναι η συμπεριφορά του πρωθυπουργού Έμον Ντεβελέρα και του προέδρου της χώρας Ντάγκλας Χάιντ, που λίγο μετά το θάνατο του Χίτλερ, έσπευσαν να αποδώσουν τα συλλυπητήρια τους στην Γερμανική πρεσβεία στο Δουβλίνο!

Μετά το πέρας του πολέμου η Εβραϊκή παρουσία στην Ιρλανδία άρχισε να μειώνεται αργά αλλά σταθερά, σήμερα η Εβραϊκή κοινότητα της Ιρλανδίας παραμένει μια από τις μικρότερες Εβραϊκές κοινότητες στην Ευρώπη.

Την ώρα που έγραφα αυτό το κείμενο για το βιβλίο του καθηγητή Ιστορίας του πανεπιστημίου του Κόρκ (UCC) Dermot Keogh, δημοσιεύτηκε η αναφορά για τα mother and baby homes. Η αναφορά αυτή έχει να κάνει με την μεταχείριση των ανύπαντρων γυναικών και των εξώγαμων παιδιών τους από το Ιρλανδικό θεοκρατικό κράτος και την Ιρλανδική κοινωνία. Ο αντισημιτισμός και ο ρατσισμός και η μεταχείριση των γυναικών και των παιδιών τους (πατριαρχία), στην Ιρλανδία ίσως να φαντάζουν ως φαινόμενα τα οποία δεν έχουν κοντινή σχέση.

Κατά την προσωπική μου άποψη, τα δύο αυτά φαινόμενα έχουν ένα κοινό παρονομαστή. Αυτός ο παρονομαστής είναι ο εθνικισμός, στην προκειμένη περίπτωση το εθνικό Καθολικό Ιρλανδικό κράτος, που ήταν το πρόταγμα και αίτημα όλων των πολιτικών εθνικιστικών οργανώσεων που πάλεψαν για την ανεξαρτησία της χώρας από την Βρετανική ηγεμονία.

Η αδυναμία να φανταστούν ένα κοσμικό κράτος που δεν θα ήταν χτισμένο στα θεμέλια της καθολικής πίστης και ιρλανδικής εθνικής ταυτότητας είχε ολέθριες συνθήκες και για τους Εβραίους πρόσφυγες του Ναζισμού, καθώς και για την πλειοψηφία των Ιρλανδών γυναικών.

Μια τελευταία σημείωση έχει να κάνει με την αναφορά για την μεταχείριση των γυναικών στα ίδια ίδρυματα (καθολικά και προτεσταντικά) στην Βόρεια Ιρλανδία. Παρότι έχουμε να κάνουμε με δυο διαφορετικά εθνικιστικά φαντασιακά, η πατριαρχία παραμένει ο κοινός παρονομαστής!

Επιπρόσθετη ανάγνωση:

Tom Garvin: The Evolution of Irish Nationalist Politics

Michael Goldfarb: Emancipation: How Liberating Europe’s Jews from the Ghetto Led to Revolution and Renaissance

Κώστας Αβραμίδης

Η Shoah στην Σαλονίκη: Οι θανάσιμες επιπτώσεις του ελληνικού εθνικιστικού οπορτουνισμού στην Εβραϊκή Κοινότητα της πόλης

Ο Κώστας Αβραμίδης γράφει για την πρόσφατη μελέτη του Λεόν Σαλτιέλ The Holocaust in Thessaloniki. Reactions to the Anti-Jewish Persecution, 1942–1943 (Routledge 2020, 268 σελ.).

Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των νεοσύστατων κρατών-εθνών στην Βαλκανική χερσόνησο για την προσάρτηση όλο και μεγαλύτερων εκτάσεων με την βίαιη απόσπαση αυτών από το σώμα της πρώην κοινωνικής-πολιτικής οντότητας στην οποία ανήκαν, δηλαδή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Ελλάδα κατάφερε να αντικρούσει στον Δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο την Βουλγαρία και να φέρει υπό την κατοχή της την Θεσσαλονίκη καθώς και μεγάλο κομμάτι της Μακεδονίας.

Οι νέες αυτές περιοχές που κατακτήθηκαν και προσαρτήθηκαν στο ελληνικό κράτος ήταν γεωγραφικές οντότητες χωρίς «ομοιογενείς» πληθυσμούς, γεμάτες με κοινότητες που κατά την συντριπτική τους πλειοψηφία ανήκαν σε διαφορετικά κοινωνικά σχήματα με διαφορετικά μεταξύ τους εθνικά, γλωσσικά και θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Το καινούργιο καθεστώς, στο οποίο όλοι αυτοί οι πληθυσμοί εντάχθηκαν, ήταν η Ελλάδα του εθνικιστικού δόγματος «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» αλλά και της εθνικιστικής βενιζελικής ιδέας της Μεγάλης Ελλάδας «των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Αυτή η ιδέα θα είχε τρομακτικές επιπτώσεις για όλους αυτούς τους ανθρώπους από όλα αυτά τα διαφορετικά υπόβαθρα, που το νεόκοπο καθεστώς θα πιέζει συνεχώς να τετραγωνίσουν τον κύκλο.

Μια από αυτές τις κοινότητες, τα μέλη της οποίας βρέθηκαν να είναι «νέοι πολίτες» του νέου έθνους-κράτους, ήταν και η πολυπληθής εβραϊκή σεφαραδίτικη κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Ο σύντομος βίος της – 30 χρόνια – από την προσάρτηση της πόλης στο ελληνικό κράτος το 1913 έως τις εκτοπίσεις των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στο στρατόπεδο μαζικής εξόντωσης του Άουσβιτς το 1943 θα καταγραφεί ως μια από τις πιο μελανές σελίδες αυτού του κράτους, που για σειρά δεκαετιών θα θαφτεί στη σιωπή.

Η μελέτη του Λεόν Σαλτιέλ είναι καρπός πολυετούς έρευνας, την οποία συμπληρώνει μια εκτεταμένη βιβλιογραφία. Ο Σαλτιέλ καταγράφει για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά με λεπτομέρεια τις αντιδράσεις των τοπικών παραγόντων της πόλης (του κυβερνήτη, της δημοτικής αρχής, της Εκκλησίας, του Πανεπιστημίου, των δικαστικών, βιομηχανικών, βιοτεχνικών και εμπορικών συλλόγων, και άλλων), βασιζόμενος σε έγγραφα-ντοκουμέντα της εποχής. Και αναδεικνύει με όση καθαρότητα του επιτρέπουν τα υπάρχοντα σωζόμενα στοιχεία τον ρόλο των πρωταγωνιστών στην γενοκτονία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου από το 1942 ως το 1943. Ταυτόχρονα, παρουσιάζει το ιστορικό υπόβαθρο των σημαντικότερων γεγονότων που αφορούν την προσάρτηση της πόλης στο ελληνικό κράτος και τις θανατηφόρες επιπτώσεις στην εβραϊκή κοινότητα της πόλης που είχε ο ελληνικός εθνικιστικός οπορτουνισμός.

Η χριστιανική κοινωνία της πόλης δεν αρκέστηκε στο να «ξεφορτωθεί» τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας. Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του σχεδίου φυσικής εξόντωσής τους από τους Ναζί – συγκέντρωση του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού για καταναγκαστική εργασία, γκετοποίηση στην συνοικία του Κάμπελ και επιβίβαση σε βαγόνια για ζώα με προορισμό το Άουσβιτς-Μπίρκεναου – οι χριστιανοί της πόλης θα οργανώσουν το ξεπούλημα των κινητών και ακινήτων περιουσιών τους, την μετονομασία των οδών που έφεραν εβραϊκά ονόματα καθώς και την καταστροφή και απαλλοτρίωση των δομικών υλικών και την τυμβωρυχία του μεγαλύτερου εβραϊκού νεκροταφείου στην Ευρώπη με μισό εκατομμύριο μνήματα!

Η κυριαρχία του ελληνικού εθνικισμού έπρεπε να είναι απόλυτη, την φυσική καταστροφή των Θεσσαλονικιών Εβραίων ακολούθησε παράλληλα η απάλειψη της μνήμης της ύπαρξης της κοινότητας και η σιωπή της κοινωνίας για σειρά δεκαετιών. Επίσης, κατά την ίδια χρονική περίοδο, καταρρέει ο μύθος της ουδετερότητας και της αδυναμίας της χριστιανικής κοινότητας αλλά και των αριστερών οργανώσεων να συνδράμουν τους Θεσσαλονικείς Εβραίους «γείτονες» τους. Αυτήν την κρίσιμη ώρα, η ελληνορθόδοξη κοινότητα διαπραγματεύεται επιτυχώς με τους Γερμανούς Ναζί το ζήτημα της βουλγαρικής επέκτασης της κατοχικής ζώνης στην πόλη ως ζήτημα «υψίστης εθνικής προτεραιότητας», ενώ διοργανώνονται μεγάλες φοιτητικές διαδηλώσεις από την Αριστερά που διαρκούν εβδομάδες, με αιτήματα που έχουν να κάνουν με πολλά πράγματα εκτός της μεταχείρισης των Εβραίων «συμπολιτών» τους.

Η μελέτη του Λεόν Σαλτιέλ είναι ένα από τα σημαντικότερα βιβλία έως σήμερα στον τομέα της παραμελημένης από τον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο ιστορίας των Εβραίων της Ελλάδας και της Θεσσαλονίκης. 

Επιπρόσθετη ανάγνωση:

Mark Mazower: Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων: Χριστιανοί, Mουσουλμάνοι και Εβραίοι, 1430-1950. (2004)

Devin E. Naar: Jewish Salonica : Between the Ottoman Empire and Modern Greece. (2016)

Steven B. Bowman: The Agony of the Greek Jews 1940-1945. (2009)

Timothy Snyder: The Holocaust as History and Warning. (2016)

Hannah Arendt: Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Έκθεση για την κοινοτοποία του κακού. (1963)

Hannah Arendt: Οι απαρχές του Ολοκληρωτισμού. (1951)

Το αβγό του φιδιού

Αλλά αν παρακάμψουμε ερμηνείες που στηρίζονται στις θεωρίες για διεθνείς συνωμοσίες, προβάλλεται αμέσως κάτι το γηγενές και επικίνδυνο της κατηγορίας του «αβγού του φιδιού». Δηλαδή το γεγονός ότι πέρα από τη Χρυσή Αυγή πολλαπλασιάζονται οι ακροδεξιές, φασίζουσες και τελικά ανατρεπτικές ομάδες σε πολλές περιοχές της χώρας. Οι μεν καίνε συναγωγές, οι δε καταστρέφουν εβραϊκά και (πρόσφατο αυτό) μουσουλμανικά νεκροταφεία, άλλες κακοποιούν μετανάστες, ακόμα και παιδιά μέσα στο κέντρο της Αθήνας, ορισμένες αντιδρούν ρατσιστικά ακόμα και σε σχέδιο τηλεοπτικής εκπομπής με τίτλο «Οι φυλές της Αθήνας», όλες μαζί- με τη βοήθεια αξιότιμων αρθρογράφων και διανοουμένων- κάνουν ό,τι μπορούν για να διατηρείται και να αυξάνεται κλίμα υστερίας σε σχέση με την Τουρκία, την πΓΔ της Μακεδονίας και ήδη με την Αλβανία, λες και δεν αρκούν τα όσα υπαρκτά προβλήματα. Πότε θα βρεθεί κάτι και για τη Βουλγαρία ώστε να «δέσει» η απομόνωσή μας;

Ριχάρδος Σωμερίτης, “Φαιοκόκκινα παπούτσια”, εφ. Το Βήμα 16-09-2010

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο του Ριχάρδου Σωμερίτη ΕΔΩ.

Διαδεδομένες εξισώσεις που οδηγούν στην αντισημιτική βία. Via http://fr.wikipedia.org/wiki/Nouvel_antisémitisme