The Jewish Community of Ioannina in the spotlight: Two exhibitions in Athens



“The Jewish Community of Ioannina – The Memory of Artefacts” 
This exhibition highlights historical aspects regarding the daily life of the old Romaniote Community of Ioannina, combining the information with photographic material and authentic objects from the J.M.G. collections, which are presented to the public for the first time, but also with unique artefacts kindly loaned by private individuals.

Joseph Eligia, the Poet of the Lake
This interactive exhibition offers visitors the opportunity to become acquainted with the era, the life and the work of the great scholar and poet from Ioannina, and encourages them to develop a reciprocal dialogue with him, based on the poems and the translations of the holy texts, which he bequeathed us.

The aim of the periodic exhibitions and the related cultural activities is to present the public with elements from the life and traditions of one of the smaller, but yet oldest Jewish communities in Greece, and also to explore its individual and collective contribution to the enrichment of the local urban and social transformations.

The exhibitions are accompanied by a bilingual catalogue, as well as educational programmes specially designed for students.

The exhibitions will be hosted by the Jewish Museum of Greece from January 23 until September 25, 2017.

Inauguration: Monday, January 23, 2017 at 19:00. Open House: 18:00 – 21:00

More information here.

«Η Εβραϊκή Κοινότητα των Ιωαννίνων – Αντικειμένων Μνήμη»
Αναδεικνύει πτυχές της ιστορίας και της καθημερινής ζωής της παλιάς ρωμανιώτικης κοινότητας των Ιωαννίνων, συνδυάζοντας τις πληροφορίες με φωτογραφικό υλικό και αυθεντικά αντικείμενα από τις συλλογές του Ε.Μ.Ε. που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό, αλλά και με πρωτότυπα κειμήλια υπό ευγενική παραχώρηση ιδιωτών.

«Γιοσέφ Ελιγιά, o Ποιητής της Λίμνης»
Αυτή η διαδραστική έκθεση δίνει στους επισκέπτες την ευκαιρία να γνωρίσουν την εποχή, τη ζωή και το έργο του σπουδαίου γιαννιώτη διανοούμενου και ποιητή και τους ενθαρρύνει να αναπτύξουν μια διαλογική σχέση μαζί του, βασισμένη στα ποιήματα και τις μεταφράσεις των ιερών κειμένων που μας κληροδότησε.

Στόχος των περιοδικών εκθέσεων και των συνδεόμενων πολιτιστικών δράσεων, είναι να παρουσιάσουν στο κοινό στοιχεία από τη ζωή και την παράδοση μιας από τις μικρότερες, αλλά και συνάμα παλαιότερες εβραϊκές κοινότητες του ελλαδικού χώρου, και να διερευνήσουν την ατομική και συλλογική προσφορά της στον εμπλουτισμό των τοπικών αστικών και κοινωνικών μετασχηματισμών.

Τις εκθέσεις συνοδεύει δίγλωσσος κατάλογος, καθώς και ειδικά σχεδιασμένα εκπαιδευτικά προγράμματα για το μαθητικό κοινό.

Οι έκθεσεις θα φιλοξενηθούν στο Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος από τις 23 Ιανουαρίου έως τις 25 Σεπτεμβρίου 2017.

Εγκαίνια: 23.01.2017, 19.00. Διάρκεια Εκδήλωσης: 18:00 – 21:00.

Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Σπουδή πάνω στο τραύμα, τη μνήμη, την απώλεια / A study on trauma, memory, loss

h/t Marcia Ikonomopoulos

Artemis Alkalay: A study on trauma, memory, loss. Agathi Art Gallery, Athens, 18-26/6/2015 (h/t Marcia Ikonomopoulos)

As the photographs add up, one by one, like urban aquariums of memory and a motionless daily routine, there doesn’t appear to be any intention to record. Moreover, these portraits emerge like stems of a large bouquet, tied in a ribbon that passes from one generation to the next. For Artemis Alcalay the need to meet the Greek Jewish survivors of the Holocaust, extending her eye over what has propelled her over the last few years as an artistic creator; namely a study on the ‘home’, the house, the habitat, the memory, the loss, the trauma and the healing. These photographic portraits can be seen not only as part of a project but as ‘sacred’ approaches of solitary journeys. Nikos Vatopoulos (via)

Περισσότερα για την έκθεση στο Κείμενα για το έργο της Αρτέμιδος Αλκαλάη μπορείτε να βρείτε στο

Yara Haskiel: Memory Extended

Στις 27 Απριλίου, το Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α, Κυψέλη) πραγματοποιεί αφιέρωμα στην πειραματική κινηματογραφίστρια Γιάρα Χασκιέλ. Περισσότερες πληροφορίες για τις ταινίες που θα προβληθούν εδώ. Αξίζει να δείτε, εν είδει πρόγευσης, στο το δωδεκάλεπτο δοκίμιό της “Memory Extended”. Το φιλμ είναι μέρος της μακροχρόνιας έρευνας της Yara Haskiel πάνω στην ελληνοεβραϊκή οικογενειακή ιστορία της, η οποία διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη και το Μόναχο.

Memory Extended is an Essay and pre-piece about my long term research on my greek-jewish family history which takes place in Thessaloniki and Munich. The film shows the impossibility of finding names of former family members and contextualize it to the story of the archives from the Jewish Community in Greece, which are spread or lost in different places. The non-linear narrative constitutes itself on a double screen. The viewer can sees the different speeds of looking at the material like in a post-production process and in the archive.

Yara Haskiel (via)

Watch “Memory Extended” (12′) on


“Memory Extended” (Screengrab)

H Υara Haskiel είναι εικαστικός και ερευνήτρια. Ζει και εργάζεται στο Βερολίνο και τη Βαρκελώνη. Γεννήθηκε το 1982, σπούδασε πειραματικό κινηματογράφο, καλές τέχνες και πολυμέσα και αποφοίτησε από τη σχολή Καλών Τεχνών του Βερολίνου.

Yara Haskiel Spaett, born 1982 is a video artist. She works and lives in Barcelona and Berlin. She is experimenting with forms of video essays and multi-screen installations. In her videos she deals with memory, socio-political issues and family in the context of micro- and macro politics. Currently she is part of the Independent Studies Program (PEI) at the Museum for Contemporary Art (MACBA) in Barcelona. In collaboration with Janine Jembere she has realized several video workshops and performative pieces together with the akademie der autodidakten at the Post-Migrant-Theatre BALLHAUS NAUNYNSTR, Berlin-Kreuzberg. Recently she was part of the organizing and artistical production Team of The Art of Being Many Congress at the Kampnagel Theatre, Hamburg, 2014. (via)

“Είκοσι τρεις αιώνες ιστορίας […] που έχουν διαλυθεί σαν τις πέτρες από τα εβραϊκά µνήµατα µε τις οποίες χτίστηκαν σπίτια και δρόµοι.”

karayiannis-metaixmioΑΠΟ ΤΟ «ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ»

Τις ημέρες που έχει κύμα, φύκια, σκουπίδια, τσαλιά και φερτές ύλες, ένας µαύρος πολτός πολιορκεί την προκυµαία από τον Λευκό Πύργο µέχρι την πλατεία Ελευθερίας. Αν σταθείς στην πλατεία Αριστοτέλους, το κόσµηµα του Ερνέστο Εµπράρ, θα δεις ακόµα µερικά σπίτια να σκαρφαλώνουν στα Κάστρα της Άνω Πόλης.
Τις ηµέρες του φθινοπώρου η οµίχλη κάνει µαλακό το φως του ήλιου. Διαποτίζει τα πρόσωπα και τα κτίρια µε µια γλυκιά µελαγχολία. Τον χειµώνα η υγρασία σε διαπερνά µέχρι το µεδούλι. Η βροχή µουσκεύει το χώµα µέσα στο οποίο χωνεύουν ρωµαίοι εκατόνταρχοι, βυζαντινοί ησυχαστές, οθωµανοί δερβίσηδες και σεφαραδίτες Εβραίοι µε τον καηµό της Καστίλης. Είκοσι τρεις αιώνες ιστορίας, σ’ αυτό το σταυροδρόµι της Δύσης και της Ανατολής, που έχουν διαλυθεί σαν τις πέτρες από τα εβραϊκά µνήµατα µε τις οποίες χτίστηκαν σπίτια και δρόµοι. […]
Ο καυτός ήλιος του ελληνικού καλοκαιριού έλουζε τους γερανούς που ορθώνονταν αγέρωχα πίσω µας στο βάθος του λιµανιού. Κάτω από το αµείλικτο φως του Αυγούστου έλιωναν το τσιµέντο και οι πολυκατοικίες της λεωφόρου Νίκης. Τα κύµατα του αέρα ανέβαιναν από την καυτή άσφαλτο κι έκαναν την ατµόσφαιρα αποπνικτική.
Η Θεσσαλονίκη, η αιώνια πόλη µε την οποία είχα δέσει τη ζωή µου, ισορροπούσε κάτω από τον γαλανό ουρανό. Ανάµεσα στις εκκλησίες και στα τεµένη. Στους υψηλούς τίτλους ως «συµβασιλεύουσας τους Βυζαντίου» ή «δεύτερης Ιερουσαλήµ» και στους ταπεινούς πρόσφυγες. Απλωνόταν µπροστά µου σαν βυζαντινό ψηφιδωτό. Κατάστικτο από το νεοελληνικό µπετόν και τους ρυθµoύς του εκλεκτικισµού ή του αρ ντεκό του παρελθόντος. Κοιτούσε προς την Αλεξάνδρεια και το Αλγέρι, ολοφώτεινη ανάµεσα στην Ανατολή και στη Δύση.
Τι είναι µια πόλη; Υπάρχει ακόµη το πνεύµα της που σιγοκαίει κάτω από όλα αυτά ή έχουν αποµείνει µόνο τα λαµπρά ονόµατα στους δρόµους και στις εκκλησίες; […]


Από το αφιέρωμα του περιοδικού Fractal “Της Θεσσαλονίκης κείμενα (Α΄ μέρος)” (επιμέλεια: Κατερίνα Καριζώνη).

European Day of Jewish Culture 2014: Greece


The 15th European Day of Jewish Heritage will be celebrated on Sunday, September 14th 2014. This year’s subject matter: Women in Judaism.

Hundreds of events and initiatives are planned in:

AustriaBelgiumBosnia HerzegovinaBulgariaCroatiaDenmark,



SwedenSwitzerlandUnited Kingdom

European Days of Jewish Culture in Larissa

Date/Time: September 13, starting time 7.30 pm

Address: 29 Kentavron st. Jewish Martyrs’ Square – Larissa 41222

We are happy to announce the participation of the Jewish Community of Larissa to the European Day of Jewish Culture for 2014, with the general subject “Women in Judaism”. Together with B’nei B’rit – Athens , we are organizing an event in Larissa, on Saturday September 13, dedicated to Greek – Jewish Women Writers. The idea is to honor Greek Jewish Women who have contributed to spreading jewish culture though bibliography (novel writers, poets, historians, scientists, journalists, translators, ethnographers, publishers) The event will take place in the Synagogue at 7.30 p.m. and the program includes: Welcome speeches by the presidents of B’nei B’rit and the Jewish Community of Larissa, Lecture on contribution of women to jewish heritage by Mr. Manos Alchanatis, Professor of the University of Athens, Small presentation of the honored women writers and their work and offering honorary diplomas. After that, people will pass to a book fair in the Community Center, where they will be able to see and buy the books of the honored writers. For the closing of the event we will give a cocktail reception at the Synagogue yard, with Jewish food buffet and Jewish music. Invitations for the event will be sent to members of our Community, all Jewish Communities and Organizations in Greece , the authorities of the city (Mayor, Prefect, e.t.c.) Cultural Societies and active Women Organizations of Larissa and non-Jewish friends.
We hope it will be a successful and interesting event which will give many people the chance to get acquainted with our Jewish Community and its contribution to local cultural life.


Date/Time: September 14, 10.00am-3.00pm

Address: Simiou & Dossiadou street, Medieval Town, Rhodes

The Jewish Community of Rhodes presents:

Open doors’ day: from 10.00am to 3pm the synagogue of Rhodes will be open to the public, with guided tour-lectures by mr. Isaac Habib at 12am and 2pm.

Free entrance

For more information:
Telephone: 0030 22410 22364.


Open doors’ day in the Jewish Museum of Thessaloniki

Date/Time: September 14, 11am-2pm

Address: 13 Aghiou Mina Str.

Open doors’ day (free entrance) at the Jewish Museum of Thessaloniki

Opening times: On Sunday 14/09, the Museum will be open from 11am to 2pm.

Jewish Museum of Thessaloniki
13 Aghiou Mina Str.



“Παραλήπτης Άγνωστος”, μια παράσταση για την άνοδο του ναζισμού

Παραλήπτης Άγνωστος (Address Unknown)
της Kathrine Kressmann Taylor
σε σκηνοθεσία Νάντιας Φώσκολου
από τις 21 μέχρι τις 31 Μαΐου 2014
@ Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων

Μετάφραση – σκηνοθεσία: Νάντια Φώσκολου
Σκηνογραφία – video design: Μικαέλα Λιακατά
Σχεδιασμός φωτισμών: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Ενδυματολόγος: Βασιλική Σύρμα
Παίζουν: Δημήτρης Αγαρτζίδης, Αλμπέρτο Φάις

από τις 21 μέχρι τις 31 Μαΐου 2014 || Τετάρτη 21, Πέμπτη 22, Παρασκευή 23, Σάββατο 24, Πέμπτη 29, Παρασκευή 30 στις 21 :00 || Σάββατο 31 Μαΐου στις 19:00 και στις 21:30 || Γενική είσοδος: 10 ευρώ, μειωμένο εισιτήριο (άνεργοι, φοιτητές, κάρτα ΣΕΗ) : 5 ευρώ.


Σαν Φρανσίσκο (ΗΠΑ) / Μόναχο (Γερμανία), 1932
Μέσα από την αλληλογραφία δύο αδελφικών φίλων, επιτυχημένων μεταναστών στην Αμερική, ο ένας εκ των οποίων αποφασίζει να επιστρέψει στη Γερμανία, το έργο αιχμαλωτίζει μια φιλία — και την ανθρωπότητα ολόκληρη — σε μια στιγμή ιστορικής μεταμόρφωσης.
Καθώς ο Χίτλερ αναρριχάται στην εξουσία, η σχέση των δύο φίλων φθίνει ανεπανόρθωτα και καταλήγει στην προδοσία.
Παρακολουθώντας με κομμένη την ανάσα μια κλασική ιστορία προδοσίας και εκδίκησης, δομημένη με κινηματογραφικό σασπένς, η παράσταση διερευνά το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης σε περιόδους κρίσεων.

Σύντομη ιστορία του κειμένου

Κλασική νουβέλα δι’ αλληλογραφίας, αιχμηρό, λιτό και προφητικό κείμενο για τις απαρχές του Τρίτου Ράιχ, την άνοδο του ναζισμού, τη διείσδυση της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας στις συνειδήσεις, η νουβέλα Παραλήπτης άγνωστος (Address Unknown), πρώτο βιβλίο της αμερικανίδας συγγραφέως Kathrine Kressmann Taylor, γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1938 στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα χρόνο πριν από το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Κυκλοφόρησε πρώτα ως short story σε ένα αμερικάνικο περιοδικό και αναδημοσιεύτηκε γρήγορα από το Reader’s Digest σε μορφή βιβλίου. Οι πωλήσεις ξεπέρασαν τα 50.000 αντίτυπα και το κείμενο απαγορεύτηκε αμέσως στη Γερμανία.
Η νουβέλα έπεσε ύστερα σε μια σχετική λήθη, μέχρι τη δεύτερή της αναδημοσίευση, το 1995, με αφορμή την 50η επέτειο της απελευθέρωσης των στρατοπέδων συγκέντρωσης, ένα χρόνο πριν από το θάνατο της Kathrine Kressmann Taylor.

Η συγγραφέας Kathrine Kressmann Taylor (1903-1996)

Η Kathrine Kressmann γεννήθηκε το 1903 στο Πόρτλαντ της Πολιτείας Όρεγκον. Αφού αποφοίτησε από το University of Oregon, μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο, όπου εργάστηκε στον χώρο της διαφήμισης. Το 1928, η Kathrine Kressmann παντρεύτηκε τον Elliott Taylor, ιδιοκτήτη διαφημιστικής εταιρείας. Δέκα χρόνια αργότερα, το ζευγάρι μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου δημοσιεύτηκε το Address Unknown. Τόσο ο εκδότης όσο και ο σύζυγός της θεώρησαν ότι η νουβέλα ήταν «πολύ δυνατή για να εμφανιστεί ως υπογεγραμμένη από γυναίκα», και δημοσίευσαν το έργο με την υπογραφή Kressmann Taylor, αφαιρώντας το μικρό όνομα της Kathrine — η οποία επρόκειτο να κρατήσει σε όλη της την καριέρα το νέο αυτό ονοματεπώνυμο. Η στηλίτευση του ναζισμού αποτελεί το θέμα και του επόμενου βιβλίου της Taylor, Until That Day (1942). Το 1947, η συγγραφέας άρχισε να διδάσκει δημοσιογραφία και δημιουργική γραφή στο Gettysburg College της Πενσυλβανία.
Το 1995, όταν η Taylor ήταν 91 ετών, το Address Unknown επανεκδόθηκε και έγινε πλέον διεθνές best-seller, χαρίζοντάς της έναν νέο γύρο αναγνώρισης. Πέθανε το 1996, έχοντας περάσει τον τελευταίο χρόνο της ζωής της δίνοντας συνεντεύξεις και υπογράφοντας αντίτυπα του βιβλίου της.

Δημήτρης Αγαρτζίδης, Αλμπέρτο Φάις (Πηγή:

Δημήτρης Αγαρτζίδης, Αλμπέρτο Φάις (Πηγή:

« Αγαπητέ Max… », « Αγαπητέ Martin… »

Ποιος είναι αυτός ο Αδόλφος Χίτλερ που δείχνει να αναρριχάται προς την εξουσία στη Γερμανία ; Δεν μου αρέσουν όσα διαβάζω γι’ αυτόν…
(21 Ιανουαρίου 1933)

Η νουβέλα Παραλήπτης Άγνωστος αποτελείται από 19 επιστολές που ανταλλάσσουν δύο φίλοι, ο Martin Schulse, 40 ετών, Γερμανός, παντρεμένος, πατέρας τριών παιδιών, και ο Max Eisenstein, 40 ετών, εργένης, πολιτογραφημένος Αμερικάνος εβραϊκής καταγωγής.
Χρόνια συνέταιροι, έχοντας ιδρύσει και διευθύνει μαζί μια γκαλερί έργων τέχνης στο San Francisco, ο Max και ο Martin χωρίζουν εν μέρει όταν, το 1932, ο Martin αποφασίζει να επιστρέψει στο Μόναχο με την οικογένειά του.
Από τις 12 Νοεμβρίου του 1932 μέχρι τις 18 Μαρτίου του 1934, οι δύο φίλοι, χωρισμένοι από έναν ωκεανό, αλληλογραφούν τακτικά. Ο Max μιλάει για τη μοναξιά του, για τις δουλειές της γκαλερί, και πληροφορείται από τον φίλο του για τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Ο Martin, με τη σειρά του, διηγείται την εγκατάσταση και την καινούργια του ζωή σε μια Γερμανία διαλυμένη από την οικονομική κρίση, μια Γερμανία που δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει κατά την επιστροφή του.
Είναι οι τελευταίοι μήνες της πρωθυπουργίας Hindenburg ˙ η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ρίχνει τα τελευταία της φώτα, αλλά κανείς δεν παίρνει ακόμη στα σοβαρά τους λόγους ενός άσημου φανατικού ονόματι Hitler.
Καθώς η μια επιστολή διαδέχεται την άλλη, ένα απειλητικό βουητό αρχίζει να σκιάζει την αλληλογραφία των δύο φίλων.
Οι πολιτικές ισορροπίες αλλάζουν ξαφνικά τον Μάρτιο του 1933 και ο Eisenstein διαπιστώνει πως ο καρδιακός του φίλος, υπό την επιρροή μιας ναζιστικής ιδεολογίας που κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος, έχει αρχίσει να υιοθετεί τις αντιλήψεις του καινούργιου καθεστώτος.
Μήπως πρόκειται όμως για μια προσποίηση, στην οποία προβαίνει ο Martin με στόχο να ξεγελάσει τη λογοκρισία του Τρίτου Ράιχ;
Η απορία αυτή λύνεται όταν ο Max ζητάει από τον Martin να παράσχει άσυλο και προστασία στη μικρή του αδερφή, τη Griselle, ανερχόμενη ηθοποιό στη Βιέννη, η οποία βρίσκεται, μετά από τη θέσπιση των νόμων που απαγορεύουν στους Εβραίους την άσκηση ορισμένων επαγγελμάτων, υπό τη διαρκή απειλή μιας σύλληψης.

Έγραψαν για το κείμενο :

« Το σύγχρονο αυτό διήγημα είναι κυριολεκτικά τέλειο. Πρόκειται για το πιο αποτελεσματικό κατηγορώ εναντίον του ναζισμού που έχει γίνει ποτέ σε έργο μυθοπλασίας. »
[« The New York Times Book Review »]

« Καθώς εξαπλώνεται η ναζιστική ιδεολογία, και μαζί της ο ενθουσιασμός του Martin γι’ αυτήν, η φιλία διαβρώνεται και η ίδια η αλληλογραφία απειλείται. Δεν μπορώ να αποκαλύψω αυτό που ακολουθεί, παρά μόνο λέγοντας ότι η ανατροπή (coup de théâtre) στην οποία προβαίνει η Taylor στο τέλος δεν είναι μόνο λαμπρή —εγγράφοντας τις ίδιες τις επιστολές μέσα στην πλοκή — αλλά φέρνει την απόδειξη, κατά μια διττή έννοια, του τρόπου με τον οποίο οι γραμμένες λέξεις μπόρεσαν να αποτελέσουν ένα αποτελεσματικό όπλο κατά της εξουσίας των Ναζί. »
[Anne Karpf, « The Guardian », 13 Ιουνίου 2002]

« Έργο μυθοπλασίας, [Παραλήπτης άγνωστος] αποτελείται από την αλληλογραφία που ανταλλάσσουν ανάμεσα στο 1932 και το 1934 δύο φίλοι, συνέταιροι σε μια γκαλερί έργων τέχνης του San Francisco : ο Max Eisenstein, Εβραίος του οποίου η αδερφή προσπαθεί να κάνει καριέρα ως ηθοποιός στη Βιέννη και ο Martin Schulse, γερμανικής καταγωγής, που επιλέγει να επιστρέψει στο Μόναχο της Γερμανίας. Φαίνεται πως η συγγραφέας εμπνεύστηκε την αρχική ιδέα του διηγήματος από κάποιες αυθεντικές επιστολές. Το διήγημα γνώρισε από τη δημοσίευση του στο «Story Magazine» εξαιρετική επιτυχία. Το «Reader’s Digest» το αναδημοσίευσε υπό μια συμπυκνωμένη μορφή. Έγινε από τότε ένα είδος ανεξακρίβωτου λογοτεχνικού ιπτάμενου αντικείμενου, ένα είδος κρυφού αριστουργήματος. »
[Frédéric Vitoux « Le Nouvel Observateur »]

« Το καθαρό και αιχμηρό του ύφος, από το οποίο αναδύεται μια κρυμμένη τρυφερότητα, δίνει σ’ αυτό το προφητικό κείμενο μια δαιμονική δύναμη. Τελειώνοντας την ανάγνωσή του, μία μόνο επιθυμία διακατέχει τον αναγνώστη : να μοιραστεί την ανακάλυψη αυτή με άλλους. Με όλους. Γρήγορα. »
[Martine Laval, « Télérama »]

Βιογραφικά των συντελεστών

Νάντια Φώσκολου

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα και στη Νέα Υόρκη. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Columbia, όπου έκανε τριετές επαγγελματικό μεταπτυχιακό στη Σκηνοθεσία Θεάτρου με υποτροφία του Κληροδοτήματος Μινωτή και του Ιδρύματος Fulbright. Είναι αριστούχος απόφοιτος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου (DEA) Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης και απόφοιτος της Δραματικής Σχολής ‘Florent’ (Παρίσι).
Τον Αύγουστο του 2013 σκηνοθέτησε το έργο Peninsula του Nathan Wright στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Fringe της Νέας Υόρκης. Η παράσταση τιμήθηκε με το βραβείο Παράστασης Συνόλου (Outstanding Ensemble) και επελέγη για τα Fringe Encores:
Το 2013, παρουσίασε την παράσταση Καλοκαίρι στα Σώματα με τη Γιασεμί Κηλαηδόνη (κείμενα Σωτήρη Δημητρίου) στο Θέατρο Μεταξουργείο (επαναλήφθηκε τη σαιζόν 2013-14), ενώ την άνοιξη του 2013 είχε σκηνοθετήσει το Lake Full of Iron; Sky Full of Hope, πάλι του Nathan Wright, στο Manhattan Repertory Theatre της Νέας Υόρκης. Το 2011 σκηνοθέτησε το Ρωμαίος και Ιουλιέττα στο Θέατρο Θησείον (συνεχίστηκε το 2012-13 για δεύτερη χρονιά). Το 2008, σκηνοθέτησε σε sold-out πρεμιέρα στο Baryshnikov Arts Center το Opus D’Amour της Anna Forsythe.
Στη Νέα Υόρκη έχει επίσης σκηνοθετήσει τις παραστάσεις Ψύλλοι στ’Αυτιά του Φεντώ, Οι Καλύτερες Προθέσεις του Μπέργκμαν, Protest του Χάβελ, Τρεις Αδελφές του Τσέχωφ, καθώς και τα σύγχρονα έργα After της Erin Browne, Naked Fish και Mission του Nathan Wright.
Στην Αθήνα: Πώς ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου του Αλαίν Ντε Μποττόν (Άδειος Χώρος – Πειραματική Σκηνή Εθνικού Θεάτρου), Ταξίδι στις Κάτω Χώρες του Ζαν-Λυκ Λαγκάρς (Ομάδα Κινηματο-θέατρον), το αφήγημα του Βενεντίκτ Εροφέεφ «Μόσχα-Πετουσκί» σε θεατρική διασκευή με τίτλο Black Russian (Θέατρο Μεταξουργείο), και το έργο Γείτονας του Μάριους Ιβασκεβίσιους σε μορφή αναλογίου για το Εθνικό Θέατρο.
Έχει εργαστεί ως συντονίστρια χώρων στον καλλιτεχνικό οργανισμό ‘chashama’ της Νέας Υόρκης, ως ερευνήτρια στο Κέντρο Αρχαίου Δράματος «Δεσμοί», και ως βοηθός σκηνοθέτη του Γιάννη Χουβαρδά (Ιδιωτικές Ζωές του Νόελ Κάουαρντ, Αμόρε – Θέατρο του Νότου). Μεταφράζει για το θέατρο από τα αγγλικά και τα γαλλικά. Φωτογραφίες παραστάσεων:

Μικαέλα Λιακατά

Γεννήθηκε στην Αθήνα τo 1982. Δουλεύει ως σκηνογράφος και video designer σε παραστάσεις θεάτρου, χορού και ταινίες μικρού μήκους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αποφοίτησε με άριστα από τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, το Μεταπτυχιακό τμήμα της Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ “Χώρος-Σχεδιασμός-Πολιτισμός” και από το πρόγραμμα Master of Fine Arts, Design for Stage and Film, Tisch School of the Arts, NYU, της Νέας Υόρκης. Είναι υπότροφος των Ιδρυμάτων Αλέξανδρος Ωνάσης, Fulbright και Αττική Παράδοση. Έχει δουλέψει ως βοηθός video designer δίπλα στον video artist Tal Yarden στις παραστάσεις όπερας (σε σκην. Ivo Van Hove) Der Schatzgräber, του Franz Schreker, DeNederlandse Opera – Άμστερνταμ (2012), Macbeth του Guiseppe Verdi, Όπερα της Lyon (2012), La Clemenza di Tito, του W.A. Mozart, La Monnaie – Βρυξέλλες (2013), Brokeback Mountain, του Charles Wuorinen, Theatro Real, Μαδρίτη (2014). Έχει επίσης δουλέψει δίπλα στον Tal Yarden για τη συναυλία της παγκόσμιας οργάνωσης UNAids στο Kennedy Center, Washington DC. (2012). Στη Νέα Υόρκη σχεδίασε σκηνικά για τις παραστάσεις: Camino Real, του Tennessee Williams, σκηνοθεσία Shana Cooper (2012), Major Barbara του G.B. Shaw, σκηνοθεσία Janet Zarish (2011), Hypochondria του Kyle Jarrow, σκηνοθεσία Jimmy Maize (2011), την ταινία μικρού μήκους Yield, σκηνοθεσία Nelson Eusebio (2012), καθώς και δύο παραστάσεις χορού, σε χορογραφίες των Jenny Rocha (Rocha Dance Company) και Michael Laskaris-Claire Westby-Samuel Swanton (2010 και 2011). Στην Ελλάδα, έχει συνεργαστεί με τη θεατρική εταιρεία “Πόλις” και έχει σχεδιάσει video animation για την παράσταση O Υμπύ και η Επιτροπή της Αλήθειας, της Jane Taylor, σκηνοθεσία Ελένης Γεωργοπούλου, θέατρο Απόλλων, Σύρος, (2009). Έχει σχεδιάσει σκηνικά για την ταινία μικρού μήκους “Συντήρηση”, σε σκηνοθεσία Ιφιγένειας Δημητρίου, Νύχτες Πρεμιέρας (2013) Έχει κερδίσει πρώτο βραβείο σε έναν πανελλήνιο επαγγελματικό και έναν πανελλήνιο φοιτητικό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό.

Δημήτρης Αγαρτζίδης

Γεννήθηκε στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Ανωτέρα Σχολή Δραματικής Τέχνης του Γιώργου Κιμούλη “Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας”και στο Εργαστήρι Φωνητικής Τέχνης του Σπύρου Σακκά. Διδάσκει υποκριτική και φωνητική- αναπνευστική αγωγή. Σκηνοθέτησε τις παραστάσεις: “Περσινή αρραβωνιαστικιά” της Ζυράννας Ζατέλη, “Τρεις αδελφές à Moscou, στη Μόσχα, to Moscow, nach Moskau!”, βασισμένη στο έργο του Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ και “Παγκόσμια ιστορία της αϋπνίας” πάνω σε κείμενα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Έχει συνεργαστεί, στο Εθνικό και στο ελεύθερο θέατρο, με σκηνοθέτες όπως ο Λευτέρης Βογιατζής, ο Σωτήρης Χατζάκης, η Άντζελα Μπρούσκου, ο Γιάννης Λεοντάρης, η Ιώ Βουλγαράκη, ο Αντώνης Καλογρίδης, ο Κοσμάς Φοντούκης, η Μάρθα Φριντζήλα, ο Γιώργος Κιμούλης κ.α. σε έργα Ευριπίδη, Σοφοκλή, Τσέχωφ, Σαίξπηρ, Πούσκιν, Καζαντζάκη, Τ. Ουίλιαμς, Μαριβό, Πετρουσέφσκαγια, Σιμελπφένιχ κ.α. Στον κινηματογράφο έπαιξε στην ταινία του Δημήτρη Αθανίτη «Τρεις μέρες ευτυχίας» και στην τηλεόραση στη σειρά «Μίλα μου βρώμικα» της Μυρτώς Κοντοβά. Είναι ιδρυτικό μέλος της ομάδας Elephas tiliensis.

Αλμπέρτο Φάις

Αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών. Στο θέατρο έχει λάβει μέρος στις παραστάσεις :
Οι Δαιμονισμένοι, Μελίνα-όπου και να ταξιδέψω, Θησέας και Αριάδνη, Η μέλισσα, Οιδίπους Τύραννος, Άμλετ, Ιππείς, Κατά φαντασίαν ασθενής, Παρακαλώ ας μείνει μεταξύ μας, Πέρσες, Ξενοδοχείον ο Παράδεισος, Πολύ κακό και τίποτα, Όρνιθες, Οιδίπους – ΑντιΟιδίπους, Γυάλινος Κόσμος, Ο κύκλος με την κιμωλία, Το ημέρωμα της στρίγγλας, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Μιζερέρε, Νεφέλες, Φοιτηταί. Έχει συνεργαστεί με τους σκηνοθέτες Σ. Σπυράτου, Α. Ρεβή, Τσ. Γκραουζίνις, Β. Νικολαϊδη, Γ. Μπέζο, Α. Ρήγα, Κ. Ρήγο, Δ. Λιγνάδη, Θ. Μουμουλίδη, Ν. Μπράντιτς, Κ. Τσιάνο, Γ. Ιορδανίδη, Σ. Τσακίρη.
Έχει εμφανιστεί στις τηλεοπτικές σειρές Ονειροπαγίδα, Αν μ’αγαπάς, Ήρθε κι έδεσε, Η αδερφή της αδερφής της αδερφής μου, Τα χαϊδεμένα παιδιά, Γοργόνες, Ευτυχισμένοι μαζί, Τα μαχαιρώματα, Το κόκκινο δωμάτιο και στο ντοκιμαντέρ Σπύρος Λούης του Γ. Σμαραγδή.


Τα πνευματικά δικαιώματα του κειμένου εκπροσωπούνται από την εταιρεία / Agent : Macnaughton Lord Representation, 44 South Molton Street, London W1K 5RT


theatre / performance art / poetry / installation / readings / documentary / creative writing / music

Πολυχώρος Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων

Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, 11361, Κυψέλη, Αθήνα

Τ: (00 30) 213 00 40 496 || Mobile: (00 30)


Πρόσβαση στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων: λεωφορείο (στάση Καλλιφρονά): 054, 608, 622, Α8, Β8 || τρόλεϊ (στάση Καλλιφρονά): 3, 5, 11, 13, 14 || τρόλεϊ (στάση Πλατεία Κυψέλης): 2, 4 || ΗΣΑΠ: Άγιος Νικόλαος (12 λεπτά με τα πόδια).
Χάρτης GoogleMaps:


Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου: «Το Ολοκαύτωμα στις φωνές των επιζώντων» (ομιλία στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, 15 Μαρτίου 2014)

«Το Ολοκαύτωμα στις φωνές των επιζώντων»

[Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο]

thessaloniki_auschwitz_71yearsΘέλω να σας ευχαριστήσω για την τόσο τιμητική σας πρόσκλησή σας να μιλήσω σ’ αυτήν την τελετή, όμως θα ήμουν πιο ειλικρινής αν έλεγα ότι αυτή η τιμή, στην παρούσα συγκυρία, συνοδεύεται από το βαρύ συναίσθημα του πένθους αυτής της επετείου. Το μόνο που αντισταθμίζει αυτό το συναίσθημα είναι ότι εδώ και μερικά χρόνια έχει γίνει μια μεγάλη αλλαγή, και η Θεσσαλονίκη δεν είναι πια μια πόλη που κρύβει στη σιωπή και τη λήθη μια τραγική σελίδα της πρόσφατης ιστορίας της. Η Θεσσαλονίκη, αυτή η πρωτεύουσα των προσφύγων, όπως την ονόμασε ο αείμνηστος συγγραφέας της, ο Γιώργος Ιωάννου, έχει γίνει πλέον ένας τόπος μνήμης, κι αυτό με παρηγορεί σαν πολίτη και σαν άνθρωπο που προσπάθησε να ασκήσει έντιμα το λειτούργημα του πανεπιστημιακού δασκάλου.

Σήμερα σ’ αυτήν την αίθουσα τιμούμε τη μνήμη των συμπολιτών μας που οδηγήθηκαν στον Άουσβιτς. Από αυτούς ελάχιστοι επέστρεψαν. Και θέλω να τους φέρω κοντά μας, μέσα από τις φωνές τους, όπως τις ακούμε στις μαρτυρίες τους. Όμως είναι κι εκείνοι, οι περισσότεροι, που δεν επέστρεψαν, και όπως έγραφε ο ποιητής Πάουλ Τσέλαν, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει εκ μέρους των νεκρών.

Ίσως πράγματι, είναι λάθος να φανταζόμαστε ότι μπορούμε να αντικαταστήσουμε τις φωνές των ανθρώπων που εξοντώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα με τη δική μας φωνή, όσο κι αν κλείνει μέσα της την οργή, τη διαμαρτυρία και, προπάντων το πένθος -πένθος για εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια αμάχων ανθρώπων, που χάθηκαν όχι στο πεδίο μιας μάχης, όχι στα σπίτια τους σε έναν βομβαρδισμό, αλλά μετά από διαδικασίες δαιδαλώδεις, γραφειοκρατικές, κυρίως παραπλανητικές, που τους απόσπασαν από τις εστίες τους, τους αποξένωσαν από το βιος τους και τα όποια τους υπάρχοντα -οι πιο πολλοί ήσαν πάμφτωχοι άνθρωποι-, τους οδήγησαν στο γκέτο και μετά τους φόρτωσαν στα τραίνα. Πολλούς τους ξεγέλασε η υπόσχεση των ναζί ήταν ότι θα πάνε σε μια νέα πατρίδα, όπου θα εργαστούν ανάλογα με τις γνώσεις και τις ειδικότητές τους. Έτσι έφυγαν, με μια βαλίτσα με ρούχα ζεστά, κατάλληλα για το κλίμα της Πολωνίας, αφού αναγκάστηκαν να βγάλουν συνάλλαγμα σε ζλότυ, και, τέλος, όπως έχει δείξει ο ιστορικός Ραούλ Χίλμπεργκ, να αναλάβουν οι ίδιοι τα έξοδα της μεταφοράς τους με το τραίνο, τα οποία πλήρωσε η ισραηλιτική κοινότητα, για να πάνε ιδίοις αναλώμασι, στον θάνατό τους.

Μίλησα για παραπλανητικές διαδικασίες από την πλευρά των ναζί, και ίσως πρέπει να σταθώ λίγο σ’ αυτό το σημείο στη διαδικασία της εκτόπισης, γιατί είναι πολύ σημαντικό.

Την πλήρη εικόνα μας δίνει ο Γιομτώβ Γιακοέλ, τότε σύμβουλος της Ισραηλιτικής κοινότητας. Γράφει ο Γιακοέλ στα απομνημονεύματά του, ένα μεγάλης αξίας ιστορικό ντοκουμέντο, ότι οι ναζί ολόκληρο τον πρώτο χρόνο της κατοχής δεν ενόχλησαν ιδιαίτερα τους Εβραίους. Μάλιστα ορισμένοι, γύρω στους 5.000 Εβραίοι, που είχαν καταφύγει στην Αθήνα το 1941, από φόβο για τα αντισημιτικά μέτρα των ναζί σε άλλες χώρες, επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη όταν είδαν ότι δεν υπήρχε εμφανής κίνδυνος γι’ αυτούς. Το πρώτο ουσιαστικά βίαιο αντισημιτικό μέτρο σε ευρύτερη κλίμακα ήταν εκείνο της συγκέντρωσης των ανδρών στην Πλατεία Ελευθερίας, τον Ιούλιο του 1942, και η επιβολή υποχρεωτικής καταναγκαστικής εργασίας. Τότε η Ισραηλιτική κοινότητα προσπάθησε να αναστείλει το μέτρο αυτό έναντι της καταβολής ενός εξαιρετικά υψηλού ποσού λίτρων, πράγμα που επετεύχθη. Εκτός από αυτά, μέχρι το καλοκαίρι του 1942, η θέση των Εβραίων λίγο διέφερε, κατά τον Γιακοέλ, από αυτήν των Ελλήνων. Τα καθαυτό διωκτικά μέτρα, η απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 5, η απαγόρευση της χρήσης οχημάτων, η επιβολή διακριτικού σημείου -του άστρου-, η διαταγή για τον εγκλεισμό σε γκέτο, με σκοπό τον εκτοπισμό στην Πολωνία, όλα αυτά εφαρμόστηκαν στις 8 Φεβρουαρίου του 1943. Και ένα μήνα μετά έγινε η πρώτη αποστολή. Πρέπει να υπογραμμίσω ότι όλα αυτά συνέβησαν στο ελάχιστο διάστημα ενός μηνός, με διαταγές αλλεπάλληλες, αιφνιδιαστικές. Ο ίδιος ο Γιακοέλ, ζώντας τα γεγονότα από μέσα και αντιλαμβανόμενος τους κινδύνους που εγκυμονούσε αυτό το ταξίδι στο άγνωστο, κατάφερε να διαφύγει στην Αθήνα και να κρυφτεί. Εκεί συνελήφθη το 1944 και οδηγήθηκε στο Άουσβιτς και στους θαλάμους αερίων, είχε όμως προφτάσει να γράψει τα απομνημονεύματα που προανέφερα, κυρίως για την περίοδο 1941-1943, από τα οποία μαθαίνουμε με λεπτομέρειες, σχεδόν μέρα με τη μέρα, για το διάστημα που προηγήθηκε πριν από την πρώτη αποστολή. Το χειρόγραφο του Γιακοέλ το διέσωσε ο φίλος του Ασσέρ Μωυσής (Γιομτώβ Γιακοέλ, Απομνημονεύματα 1941-1943, επιμέλεια Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Θεσσαλονίκη 1993, εκδ. Παρατηρητής).

Οι ναζί είχαν σχεδιάσει καλά τα πάντα, έτσι ώστε να αποκοιμίσουν τις υποψίες, να υποχρεώσουν την κοινότητα να εκχωρήσει έναντι λίτρων τεράστια ποσά, να σφετεριστούν και να οικειοποιηθούν υλικά αγαθά και ανθρώπινες ζωές, όπως έκαναν άλλωστε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, με παραπλάνηση, καλλιέργεια του φόβου και με τα μέτρα των αντιποίνων. Και, φυσικά, είχαν σε όλα αυτά τους εντόπιους συνεργάτες τους -και ας μου επιτραπεί εδώ να θυμίσω την εξαίρετη μελέτη του Στράτου Δορδανά Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη (εκδ. Εστία).

Έτσι έφυγαν σχεδόν 50.000 άνθρωποι για το ταξίδι αυτό, βίαια αλλά και παραπειστικά. Αυτή η μέθοδος της παραπλάνησης αποσκοπούσε στην αποσόβηση της πιθανότητας κάθε αντίδρασης από την πλευρά του πληθυσμού. Η εκτόπιση, παρά τα όποια προσχήματα περί νέου οικισμού στην Πολωνία, έγινε με αφάνταστη βιαιότητα, και με ποινές θανάτου για όσους θα αψηφούσαν τις διαταγές. Έφυγαν ολόκληρες οικογένειες με ηλικιωμένους και βρέφη, κι έφυγαν ακόμη και Εβραίοι αξιωματικοί ή στρατιώτες του ελληνικού στρατού, που είχαν πολεμήσει στον πόλεμο της Αλβανίας, και ανάμεσά τους και ανάπηροι πολέμου. Βέβαια, στην ιστορία η πρακτική της μετακίνησης πληθυσμών δεν ήταν άγνωστη. Μπορούσε να γίνει πιστευτή, διότι υπήρχαν στο παρελθόν ανάλογα ιστορικά παραδείγματα. Όσο για τις φήμες που κυκλοφορούσαν ήδη από τις αρχές του 1942 από το BBC, για την ύπαρξη στρατοπέδων θανάτου, αυτές ακούγονταν εξωφρενικές -απλούστατα δεν είχε υπάρξει άλλο τέτοιο προηγούμενο στην ιστορία- και οι περισσότεροι τις θεωρούσαν αγγλική αντιναζιστική προπαγάνδα, ή αλλιώς «ράδιο αρβύλα», όπως έλεγαν τότε.

Όσοι έδωσαν βάση στις φήμες και, κυρίως, όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα, φρόντισαν να φύγουν και να κρυφτούν. Οι ελάχιστοι νέοι που ήσαν οργανωμένοι στο νεοσύστατο τότε ΕΑΜ, επίσης μπόρεσαν να φύγουν με τους αντάρτες. Όμως πολλοί, ειδικά οι κοπέλες, αντιμετώπιζαν το μεγάλο ηθικό δίλημμα πως να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους κάτω από συνθήκες κάθε άλλο παρά ομαλές. Και γύρισαν στα σπίτια τους για να ακολουθήσουν τους γονείς τους.

Ίσως να έγινε κατανοητό, αγαπητοί φίλοι, ότι, μια μέρα σαν τη σημερινή, της επετείου της αναχώρησης του πρώτου τραίνου, προσπαθώ να συνοψίσω σε λίγες φράσεις την απάντηση στο ερώτημα που πολλές φορές διατυπώθηκε: μα γιατί δεν αντέδρασαν, γιατί δεν αντιστάθηκαν, γιατί αφέθηκαν να οδηγηθούν «σαν πρόβατα επί σφαγή»;

Πέρα από όσα είπα για τον καταχθόνιο τρόπο οργάνωσης του εκτοπισμού, πρέπει να προσθέσω και το ερώτημα-κλειδί: μήπως, επιπλέον, οι Εβραίοι στην πόλη μας, εκείνη τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αισθάνονταν ανεπιθύμητοι; Μήπως οι αιώνες θρησκευτικού αντισημιτισμού, εθνικών διεκδικήσεων και αντεκδικήσεων, είχαν συντείνει, ώστε η παρουσία των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον για ένα μέρος του χριστιανικού πληθυσμού, να εκλαμβάνεται ως ένα κομμάτι ξένο στον εθνικό κορμό;

Επιπλέον, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι το εξής: Tα θύματα αυτής της γενοκτονίας δεν ήσαν μόνο θύματα ενός πολέμου, αλλά ήσαν θύματα του αντισημιτισμού αιώνων, τροφοδοτημένου από τις προκαταλήψεις και τα αρνητικά στερεότυπα για τους Εβραίους, που διαδόθηκαν από την προφορική και γραπτή παράδοση, και από κάθε είδους κείμενα και έντυπα. Η γενοκτονία ξεκίνησε από τα βιβλία. Κι αυτό, εμείς οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, ιδίως όσοι ασχολούμαστε με τα έργα της γραφής, πρέπει να το τονίζουμε.

Βέβαια η ιδιαιτερότητα της γενοκτονίας των Εβραίων στις λεπτομέρειές της άργησε να γίνει πλήρως κατανοητή. Αμέσως μετά τον πόλεμο, στην πρώτη συνέλευση του ΟΗΕ στις 11 Δεκεμβρίου του 1946, όταν εισήχθη ο όρος «γενοκτονία» από τον Ράφαελ Λέμκιν, θεωρήθηκε ως ένα από τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Στη Nυρεμβέργη δεν δικάστηκαν οι ναζί ειδικά για τη γενοκτονία των Eβραίων. Θα δώσω ένα παράδειγμα γι’ αυτήν την ελλιπή κατανόηση: ο νομικός Δημ. Mαγκριώτης που συνέγραψε το 1949 σχετική μελέτη για τα εγκλήματα της Kατοχής, χρησιμοποίησε τον όρο «γενοκτονία» και «ομηρία» αδιακρίτως για το σύνολο του ελληνικού λαού.

Όμως η διαφορά ανάμεσα στα εγκλήματα πολέμου και στη γενοκτονία κατά των Εβραίων από τους ναζί είναι κεφαλαιώδης, διότι η γενοκτονία στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν περιοριζόταν σε εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού, θανάτους από λιμοκτονία κλπ, αλλά αποτελούσε ένα πρόγραμμα ολοκληρωτικής εξαφάνισης μιας εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας. Για να εξολοθρευτεί μια ανθρώπινη ομάδα, πρέπει ο δράστης να καταστρέψει την ικανότητά της να αναπαραχθεί βιολογικά και πολιτισμικά. Δεν αρκεί να σκοτώσει τους ηλικιωμένους, τις εγκύους, τα παιδιά και τα νεογέννητα, ή να στειρώσει τις γυναίκες. Πρέπει ο δράστης να εμποδίσει την αναμετάδοση, να σβήσει τα ίχνη της. Πρέπει να κουρελιάσει τον ανθρώπινο ιστό των σχέσεων που συνδέουν τα μέλη μιας οικογένειας, μιας κοινότητας, και πρώτα απ’ όλα να καταστρέψει τον πρώτο ανθρώπινο δεσμό, αυτόν που δημιουργείται ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί. Kαι, τα πρώτα θύματα ήσαν τα παιδιά. Δεν ξέρω αν το γνωρίζετε, αλλά τα παιδιά που υπήρξαν θύματα της γενοκτονίας των ναζί εναντίον των Eβραίων ανέρχονται σε 1.800.000. Από τη Θεσσαλονίκη, όπως έδειξε η αγαπητή φίλη και ερευνήτρια Λέλα Σαλέμ, οδηγήθηκαν στον θάνατο 15.000 παιδιά.

Όλα αυτά, άργησαν να διευκρινιστούν, για τον εξής κύριο λόγο, που έχει σχέση με τη διαχείριση της μνήμης. Όπως γνωρίζουμε, την εκτόπιση σε γερμανικά στρατόπεδα, μοιράστηκαν Eβραίοι φυλετικοί κρατούμενοι και μη Eβραίοι αντιστασιακοί. Όμως οι αντιστασιακοί κομμουνιστές τη διεκδίκησαν ως εμπειρία που συνδέεται με τους αντιστασιακούς αντιφασιστικούς αγώνες τους. Tο Nταχάου έγινε γνωστό από την εκτόπιση του Nίκου Zαχαριάδη, όπως αντίστοιχα στη Γαλλία το Άουσβιτς έγινε γνωστό επειδή εκεί κρατήθηκαν οι Γαλλίδες επώνυμες μη Εβραίες κομμουνίστριες, η Danielle Casanova και η Marie-Claude Vaillant Couturier. Στα στρατόπεδα οι κόσμοι των Eβραίων και των μη Eβραίων διαχωρίστηκαν για άλλη μια φορά. Συνέπεια ήταν ότι κατά τις πρώτες καταμετρήσεις των θυμάτων, η διάκριση ανάμεσα σε πολιτικούς και φυλετικούς κρατούμενους, δεν λήφθηκε υπόψιν, και, εννοείται, δεν καταμετρήθηκαν τα παιδιά.

Όμως στην αρχή της ομιλίας μου αναφέρθηκα στο πένθος -το πένθος που μπορούμε να ακούσουμε μέσα από τις φωνές των επιζώντων. Και οι διαστάσεις του πένθους αυτού σε νούμερα ξεπερνούν την όποια εμπειρία μας και εγγίζουν το μη περιγράψιμο. Και δεν εννοώ τα νούμερα των απωλειών μιας πόλης, αλλά αυτά των ατομικών περιπτώσεων. Ας δούμε ορισμένες περιπτώσεις από τις προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης που κατάγραψαν η Έρρικα Κούνιο-Αμαρίλιο και ο Αλμπέρτος Ναρ (Το ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, επιμ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Θεσσαλονίκη 1998, εκδ. Παρατηρητής).

«Έχασα», λέει η Όρο Αλφανταρή, «25 μέλη της οικογένειάς μου».

«Ήμουν 29 χρονών», λέει ο Σαμπετάι Αλλαλούφ. «Είχα τέσσερα παιδιά. Το μεγαλύτερο ήταν εννέα χρονών και το μικρότερο ενάμισι. Ζούσε επίσης και η μάνα μου. Ήμασταν οκτώ αδέλφια. Γύρισα μόνο εγώ κι ο αδελφός μου. Έχασα κι άλλους συγγενείς, θείους, ξεδέλφια, ανήψια».

«Από την οικογένειά μου σκοτώθηκαν όλοι», λέει η Αιμιλία Σαούλ. «Η μάνα μου, τα τρία αδέλφια μου, ο σύζυγός μου, πέντε πρώτου βαθμού συγγενείς. Μόνο εγώ γύρισα».

«Έχασα το παιδί μου μαζί με τη γυναίκα μου», λέει ο Μωύς Εσκεναζύ. « Έχασα επίσης τη μητέρα μου και δυο αδελφές. Έχασα καμιά τριανταριά συγγενείς».

Το πένθος, από την ανθρωπολογική σκοπιά, αντιμετωπίζεται με τα ταφικά έθιμα, που ποικίλουν σε κάθε πολιτισμό και θρησκεία, από την αρχαιότητα. Χτίσιμο μιας νέας κατοικίας για τον νεκρό, με συνοδεία τα προσφιλή του αντικείμενα, τα κτερίσματα· ταφή στο χώμα σε ένα απλό σεντόνι ή σε σάβανο, ταφή σε φέρετρο με κουστούμι. Από την ψυχολογική σκοπιά, τα ταφικά έθιμα έχουν έναν ψυχοπροφυλακτικό χαρακτήρα που διευκολύνει την εργασία του πένθους, προστατεύει, συμφιλιώνει τον κόσμο των ζωντανών με εκείνον των νεκρών. Γι’ αυτό στις κοινωνίες τηρούνται σχολαστικά.

Στα στρατόπεδα οποιοδήποτε ταφικό έθιμο ήταν αδύνατο. Αντιθέτως, μπορούσες να δεις έναν καπνό να ανεβαίνει, να μυρίσεις τη μυρωδιά της καμένης σάρκας.

«Οι Γερμανοί μας έδειχναν τον καπνό από τα κρεματόρια και έλεγαν να, εκεί είναι η μητέρα σου», λέει η Ραχήλ Μπουρλά. Όταν η Παλόμπα Αλαλούφ πληροφορήθηκε για την τύχη των γονιών της, δεν το πίστεψε. «Μπορείς να το πιστέψεις αυτό; Mπορείς να διανοηθείς ότι υπάρχει τέτοιο πράγμα στον κόσμο;»

«Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια έπαθα αφασία», λέει ο Μωύς Αμίρ, κλινοποιός, που έχασε όλη την οικογένειά του. «Οι γιατροί, ο Διακογιάννης, είπαν ότι έπαθα κάτι…, πως το είπαν… Μία ειδική κατάσταση, από το στρατόπεδο. Τρεις μήνες κράτησε».

Σαν «μια ειδική κατάσταση, από το στρατόπεδο» περιγράφουν τα σοβαρά ψυχολογικά τους προβλήματα στις μαρτυρίες τους οι επιζώντες, συνήθως απλοί άνθρωποι, χωρίς παιδεία, -αλίμονο, θέλω με την ευκαιρία να πω ότι οι διανοούμενοι, εσείς, εγώ, και οι μη μαθημένοι σε βαρειά χειρωνακτική εργασία, δεν είχαμε καμιά πιθανότητα παράτασης ζωής.

jean_amery_greekΌμως αυτή η απόλυτη εγκατάλειψη του ανθρώπου στις δυνάμεις του θανάτου είχε άπειρες πτυχές.

«Ο εθνικοσοσιαλισμός», γράφει ο Αυστροεβραίος φιλόσοφος Ζαν Αμερύ, στο κλασικό βιβλίο του για το Άουσβιτς Από την ενοχή στην εξιλέωση (εκδ. Άγρα),

«διέθετε ολόκληρο οπλοστάσιο από συγκεχυμένες και διεστραμμένες αντιλήψεις, υπήρξε το μοναδικό μέχρι σήμερα πολιτικό σύστημα του 20ου αιώνα που ανέδειξε σε αρχή την κυριαρχία του αντι-ανθρώπου […] Εξολόθρευε και υποδούλωνε ολόκληρους λαούς […] Οι ναζί βασάνιζαν όχι μόνο για να αποσπάσουν πληροφορίες αλλά για την υπαρξιακή εκμηδένιση του άλλου» (σ. 73).

Λέει η Στέλλα Ναχούμ:

«Σ’ αυτό το κομάντο είχε σκυλιά, τα είχανε πάντα από πίσω μας… ήταν μια κοπελίτσα μικρή, αυτές ήταν τέσσερις αελφές, Kερκυραίες, δεν μπορούσε να βαδίσει, το χιόνι ήταν ψηλό, ή θα σου έμενε η αρβύλα, ή θα έχανες τη γραμμή σου. Στέλνουν τα σκυλιά από πίσω της και την κατασπαράξανε. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Tην κάνανε κομμάτια, κάτι σκυλιά μέχρι εκεί απάνω, σαν θηρία μεγάλα. Πού να βγάλεις μιλιά και πού να μιλήσεις. Tην αφήσανε εκεί πέρα. Tώρα τί κάνανε, τί δεν κάνανε… Δεν την ξαναείδαμε την κοπελίτσα».

Και μια άλλη κρατούμενη περιγράφει την τιμωρία ενός κοριτσιού που άργησε να παρουσιαστεί στο κομάντο εργασίας. «Tης έδωσαν μπροστά μας 25 βουρδουλιές και μετά την έριξαν το σκυλί. Aυτή φώναζε, τσίριζε σαν τρελή. Aυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου. Tο σκυλί τη δάγκωνε από εδώ και από εκεί. Πέθανε το κοριτσάκι το ίδιο βράδυ».

«Τα βασανιστήρια δεν ήταν επινόηση του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού», παρατηρεί ο Αμερύ. « Ήταν όμως η αποθέωσή του»… Ο καθαρόαιμος εκπρόσωπος του Χίτλερ «έπρεπε να βασανίσει, να θανατώσει, προκειμένου να νιώσει σπουδαίος μέσα από τα μαρτύρια των άλλων».

Και τα μαρτύρια δεν ήταν μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά.

Γράφει η αλησμόνητη φίλη Έρικα Κούνιο Αμαρίλιο, στο χρονικό της, Αναμνήσεις μιας Σαλονικιώτισσας Εβραίας (εκδ. Παρατηρητής):

«Όταν κατεβήκαμε από το τρένο, μια βαλίτσα άνοιξε και τα πράγματα σκόρπισαν. Θυμάμαι πώς ξεχύθηκαν φωτογραφίες οικογενειακές, που σκόρπισαν εδώ κι εκεί. Oι Γερμανοί, ουρλιάζοντας πάντα, τις ποδοπάτησαν με τις μπότες τους. Eκείνη την ώρα μου φάνηκε σαν να σκότωναν τους ανθρώπους των φωτογραφιών».

Θέλω στο σημείο αυτό να σταθώ σε ένα ιδιαίτερο ζήτημα: Είναι προφανές ότι αν και στο Άουσβιτς η κόλαση ήταν για όλους η ίδια, ειδικά οι γυναίκες δε ήσαν μόνο θύματα του ρατσισμού αλλά και του σεξισμού. Και ο ναζιστικός φυλετισμός απαγόρευε και τιμωρούσε τη μητρότητα.

Αφηγείται η Ραχήλ Μπουρλά:

«Μια μέρα είδα μια νοσοκόμα που κρατούσε ένα πραγματάκι, τόσο δα μικρό, και άνοιξε μια πόρτα, και ήμουν εγώ από πίσω, την έκλεισε αμέσως αλλά εγώ πρόλαβα και είδα … μια μητέρα με ένα παιδάκι, άλλες πολύ αδύναμες, κοκκαλιασμένες, άλλες σαν ζωντανές… Ήταν πάνω σε μάρμαρα, πεθαμένες. Δεν ξέραμε που πήγαιναν οι έγκυες […[“Όταν το είδα αυτό κατάλαβα πού τις πήγαιναν».

Η μεγαλύτερη διαστροφή των αξιών του πολιτισμού στο Άουσβιτς, και σε ολόκληρη τη ναζιστική Γερμανία είναι αναμφίβολα αυτή που αναφέρεται στο ιατρικό σύστημα, που προέβλεψε την ευθανασία, τα προγράμματα ευγονικής, την μετατροπή των ανθρώπων σε πειραματόζωα. Μετά τον πόλεμο ένας Γερμανός σχολίαζε ότι στη ναζιστική Γερμανία, άμα έβλεπες έναν υπάλληλο του κρατικού συστήματος υγείας είχες κάθε λόγο να τραπείς σε φυγή.

Στο Άουσβιτς 200 περίπου Ελληνίδες εβραίες υπέστησαν πειράματα στείρωσης. Σχεδόν όλες πέθαναν. Από τις ελάχιστες που επέζησαν έχουμε μαρτυρίες που δείχνουν πλήρως την ουσία της ναζιστικής ιατρικής:

Μιλά η Ελεονόρα Κοέν: «Eίδα ότι μου έβγαλαν ένα όργανο από το κορμί μου και το πέταξαν σε μια λεκάνη που βρισκόταν δίπλα τους. Aργότερα έμαθα ότι το όργανο αυτό ήταν η ωοθήκη μου». Στη συνέχεια την οδήγησαν πίσω στο μπλοκ 10. Έμεινε στο κρεβάτι σχεδόν ένα χρόνο. Mετά την εκκένωση του Άουσβιτς μεταφέρθηκε στο Pάβενσμπρουκ. Παντρεύτηκε το 46, αλλά δεν έκανε παιδιά. «Yποφέρω πολύ από κατάπτωση και τελεία έλλειψη έμμηνου ροής και είμαι υπό συνεχή θεραπεία του εντοπίου ειδικού για τις παθήσεις αυτές ιατρού μου», λέει η Ελεονόρα Κοέν.

Η Ελβίρα Κολάντο μπήκε στο στρατόπεδο με το μωρό της που ήταν ενός έτους. Έλληνες κρατούμενοι της είπαν να το δώσει στην ηλικιωμένη μάνα της. Δεν το ξαναείδε, ούτε τη μάνα της. Την οδήγησαν στο θάλαμο των πειραμάτων. Δεν καταλάβαινε τί ακριβώς της έκαναν: «Δεν μας κοίμιζαν. Eίμασταν ξύπνιες. Πονούσαμε πολύ. Mας έβαζαν μια πρέσα και μας πατούσαν την κοιλιά και ανάβανε κάτι φώτα». Tις παρακολουθούσαν κάθε εβδομάδα. Όταν μπορούσαν να περπατήσουν, τις έβγαζαν έξω να μαζέψουν κάτι χόρτα με τα οποία έκαναν φάρμακα. Mετά την απελευθέρωση δεν μπόρεσε να κάνει παιδιά.

Θυμάται η Ζερμαίν Μάνο: «Διαλέξανε κάμποσα κορίτσια, Eβραίες που είχαν μεγάλες μύτες. Πήγα να δω και είδα κάτι μάσκες, αυτές οι μάσκες ήταν εκμαγεία. Σε τριάντα ημέρες τις έβαλαν στο τρένο και δεν τις ξαναείδαμε πια. Λέγανε ότι τις έκαναν μούμιες, τις βαλσαμώσανε».

Όμως και μετά την απελευθέρωση των στρατοπέδων, η κατάσταση των γυναικών -οι επιζώσες ήσαν όλες νέες κοπέλλες- ήταν πιο δύσκολη. Τώρα ήσαν θύματα όχι πλέον του ρατσισμού αλλά του σεξισμού.

Αφηγείται η Παλόμπα Αλλαλούφ-Φλωρεντίν:

«Έρχονται οι Pώσοι. Eίμασταν 25-30 κορίτσια. Bάλαμε ένα άσπρο πανί σ’ ένα ξύλο και βγαίνοντας είδαμε κόκκινες σημαίες. Πέσαμε τότε στα πόδια των πρώτων Pώσων που συναντήσαμε. Aλλά καλύτερα να μην έσωναν να μας σώσουνε… Δεν μπορώ να πω άλλα… περάσαμε πολλά κακά με τους Pώσσους. Tους έδωσαν άδεια να κάνουν ό, τι θέλουν τρεις μέρες. Δεν λεγόταν τί μας έκαναν. Nτρέπομαι να τα πω… […] Eγώ το είχα πάρει πολύ κατάκαρδα αυτό που έπαθα. Eίχα κλειστεί στον εαυτό μου. Δεν ήθελα να βλέπω ανθρώπους».

Λέει η Παλόμπα Τζιβρέ ότι μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα περιπλανήθηκαν σε διάφορες πόλεις και σιδηροδρομικούς σταθμούς.

«Άλλες κοπέλες, οι πιο πεπειραμένες, πήγανε στη Γαλλία. Eγώ πήγα Bουδαπέστη, μετά στη Γιουγκοσλαβία κάναμε ένα σταθμό, και πάντα ξημεροβραδιαζόμασταν μέσα στα τρένα, στους δρόμους να ρωτάμε για τα τρένα που πάνε στην Eλλάδα, γιατί δεν ξέραμε πού βρισκόμασταν. Σκεφθήκαμε, βάλαμε ένα πρόγραμμα να φτάσουμε στην Eλλάδα, […] ήμασταν αρκετές Eλληνίδες […] Eίχαμε το φόβο… και μάλιστα στη Γιουγκοσλαβία… οι Eβραίοι της Γιουγκοσλαβίας δεν είχαν σπίτια, μόλις είχαν γυρίσει από τα βουνά, δεν είχαν ακόμη ούτε στρώματα και δεν είχαν να μας φιλοξενήσουν».

Είναι βέβαιο ότι το τέλος του πολέμου δεν σήμαινε το τέλος των δεινών για τους ελάχιστους επιζώντες. «Εβραίος», γράφει ο Ζαν Αμερύ, «σήμανε αποδοχή της θανατικής ποινής η οποία είχε επιβληθεί ως συνέπεια μιας πανανθρώπινης ετυμηγορίας».

Στην Πολωνία και στην Ουκρανία, μόλις που είχαν αρχίσει να έρχονται στο φως οι μαζικοί τάφοι των Εβραίων, εκδηλώθηκαν αντισημιτικές ταραχές. Ακόμη και στην Ολλανδία «ανέκυψε ξάφνου εβραϊκό πρόβλημα». «Στη Γαλλία, όταν οι επιζώντες γύρισαν και διεκδικούσαν τις κατοικίες τους, άκουγες απλές νοικοκυρές να λένε, σε ένα αλλόκοτο ξέσπασμα δυσαρέσκειας: « Κοίτα τους, ξανάρχονται. Δεν τους σκότωσαν λοιπόν όλους».

Και η Φλώρα Μιχαέλ από τη Θεσσαλονίκη, όταν με την οικογένειά της γύρισε από το Μπέργκεν-Μπέλσεν και αναζήτησαν τα πράγματα που είχαν δώσει για φύλαξη σε έναν γείτονα, θυμάται ότι ο πατέρας της έλαβε την απάντηση: «γιατί μου ’τυχε εμένα να γυρίσεις;»

Είναι βέβαιο ότι για τους επιζώντες από τα στρατόπεδα, συνεχιζόταν η ανασφάλεια, αλλά και η αίσθηση της απόλυτης περιφρόνησης και εκμηδένισης του ανθρώπινου προσώπου. Και συνεχιζόταν το μαρτύριο των αναμνήσεων, και της φρίκης μπροστά στο μη-περιγράψιμο της ακραίας βίας, που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Ο Μαρσέλ Νατζαρή, που δούλεψε στο ζόντερκομμάντο, δηλαδή το κομμάντο των κρεματορίων, γράφει στο συγκλονιστικό Χρονικό του, (επιμ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, εκδ. Ετς Αχαΐμ, Θεσσαλονίκη 1992) σχολιάζοντας τη στάση των Γερμανών, την ώρα που έβλεπαν από ένα παραθυράκι τους Eβραίους ομήρους να πεθαίνουν στον θάλαμο αερίων από ασφυξία, με τις λέξεις: «Oι Γερμανοί γελούσαν. Γιατί γελούσαν;»

Έχω διαβάσει άπειρες φορές αυτή την φράση, και την ερώτηση που απευθύνει στον αναγνώστη: «Γιατί γελούσαν;». Κι έχω πάντα την αίσθηση ότι διατυπώνοντας αυτή την ερώτηση ο Νατζαρή είναι σαν να μου ζητάει όχι απλά μιαν απάντηση, αλλά κάτι διαφορετικό: την συμμετοχή μου, τη συμ-μαρτυρία μου στην ταφική τελετουργία που δεν έγινε.

Κι εδώ ακριβώς νομίζω ότι αγγίζουμε ένα από τα λεπτότερα και σημαντικότερα ζητήματα σχετικά με τις μαρτυρίες των επιζώντων. Η πράξη της αφήγησης δεν έχει μόνο την αξία του ιστορικού ντοκουμέντου, αλλά είναι ένας τρόπος να ξεπεράσουν οι επιζώντες μια κατάσταση στην οποία βρέθηκαν εντελώς μόνοι, αβοήθητοι, εκτός κόσμου. Την τρομερή ψυχική βάσανο αυτής της κατάστασης τη διαβάζουμε στο βιβλίο του Ιώβ:

«Εάν γαρ άνθρωπος καταβή εις Άδην, ουκέτι μη αναβή, ουδ’ ου μη επιστρέψη έτι εις τον ίδιον οίκον, ουδ’ ου μη επιγνώ αυτόν έτι ο τόπος αυτού (Αν ο άνθρωπος κατεβει στον Άδη, δεν ξαναρχεται ποτέ πίσω, μήτε γυρίζει στο δικό του σπίτι, κι ο τόπος ακόμη τον βλέπει σαν ξένο)». (Ιώβ, 7, 9-10)

Σ’ αυτήν ακριβώς την κατάσταση, το θύμα ενός ακραίου διωγμού χρειάζεται να ξαναμπεί στην ανθρώπινη κοινότητα. Κι ένας τρόπος είναι να μιλήσει. Ο Ιώβ συνεχίζει στο ίδιο χωρίο:

«ατάρ ουν ουδέ εγώ φείσομαι τω στόματί μου, λαλήσω εν ανάγκη ων, ανοίξω πικρίαν ψυχής μου συνεχόμενος (Για τούτο δεν θα συγκρατήσω το στόμα μου, θα μιλήσω, γιατί είμαι σε ανάγκη, να βγάλω την πικρία της ψυχής μου)».

Πιστεύω πως η μαρτυρία είναι πρώτα από όλα μια έκκληση για συμ-μαρτυρία, για συμμετοχή στο πένθος του Άλλου, ίσως ακόμη και για μια επανάληψη του τελετουργικού ενός πένθους που έμεινε ατελές, αδικαίωτο. Αυτή η έκκληση των επιζώντων για τη συμ-μαρτυρία του άλλου άρχισε αμέσως μετά τον πόλεμο, και δεν αληθεύει ότι άργησαν να μιλήσουν –όπως έχει υποστηριχθεί. Το ζήτημα ήταν αν και οι άλλοι ήθελαν να τους ακούσουν.

Είναι πολλοί αυτοί που έγραψαν και δημοσίεψαν μαρτυρίες αμέσως μετά τον πόλεμο, όπως ο Μάρκος Ναχόν, ο Ισαάκ Ματαράσσο, -θυμίζω και τον Πρίμο Λέβι- όμως τα βιβλία τους πέρασαν απαρατήρητα. Άλλοι, όπως ο Μαρσέλ Νατζαρή, κράτησαν τα χειρόγραφα στο συρτάρι, κρίνοντας ίσως ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, όσο κρατούσε η περίοδος του εμφυλίου. Ας μην ξεχνούμε ότι τότε πολλοί Εβραίοι αντάρτες διώχθηκαν και βρέθηκαν στη Μακρόνησο. Η πολιτική της μνήμης κράτησε την ιδιαιτερότητα της γενοκτονίας των Eβραίων στη σιωπή. H Θεσσαλονίκη, πόλη του δράματος μιας παμπάλαιης εβραϊκής κοινότητας που καταστράφηκε ολοσχερώς, επί πολλές δεκαετίες έμοιαζε να αρνείται επίμονα να γίνει ένας τόπος μνήμης. H μνήμη έμενε εγκλωβισμένη στη μικρή ομάδα των οικογενειών των θυμάτων. Το πένθος έμεινε κι αυτό εγκλωβισμένο.

Aυτή την πολιτική της σιωπής, ελάχιστα βιβλία τη διέκοψαν. Στη δεκαετία του ’50 δημοσιεύτηκε το βιβλίο με προφορικές μαρτυρίες της Mίριαμ Nόβιτς. Tο 1974 μεταφράστηκε στα ελληνικά η μαρτυρία του Aλβέρτου Mενασέ. Tέλος το 1976, μεταφράστηκε στα ελληνικά το σπουδαίο βιβλίο των ιστορικών Iωσήφ Nεχαμά και Mιχαήλ Mόλχο In Memoriam, μια συνοπτική παρουσίαση της ιστορίας των Eβραίων της Θεσσαλονίκης, και της καταστροφής τους. Όμως τα βιβλία αυτά ποτέ δεν κυκλοφόρησαν στο ευρύτερο κοινό. Ήσαν εκτός εμπορίου, και μπορούσε κανείς να τα βρει αποκλειστικά στα γραφεία της Ισραηλιτικής Kοινότητας Θεσσαλονίκης.

Η προσπάθειας της δημοσίευσης των μαρτυριών Ελλήνων Εβραίων από το Ολοκαύτωμα άρχισε ουσιαστικά το 1990. Έτσι ήρθαν στο φως ζητήματα που δεν αφορούσαν μόνο την ναζιστική πολιτική του θανάτου αλλά και την ισχυρή προσπάθεια των εκτοπισμένων για αντίσταση και επιβίωση, και σ’ αυτό βοηθούσε σημαντικά η συνοχή ανάμεσα στις εθνικές ομάδες.

Η συνοχή της ελληνική ομάδας ήταν αξιοθαύμαστη, κάτι που αναφέρει μάλιστα και ο Πρίμο Λέβι. Θέλω να τονίσω ότι η ταυτότητα που προέβαλαν οι Eβραίοι της Θεσσαλονίκης στις μαρτυρίες τους, δεν είναι η σεφαραδίτικη, αλλά η ελληνική. Στο χειρόγραφο που έγραψε το 1944 ο Mαρσέλ Nατζαρή και έκρυψε τον περίβολο του Άουσβιτς γράφει ότι διώκεται λόγω του εβραϊκού του θρησκεύματος, και δεν χρησιμοποιεί τον όρο εβραϊκό έθνος, λαός ή φυλή. Eκφράζει τη χαρά του γιατί «η Eλλάδα μας ελευθερώθηκε» και δηλώνει ότι οι τελευταίες του λέξεις θα είναι «Zήτω η Eλλάς». O Λεόν Περαχιά υπερηφανεύεται επίσης για την ελληνική του ταυτότητα και για τα διδάγματα από την ένδοξη ελληνική ιστορία. Tην έμφαση στην ελληνική ταυτότητα τη συναντάμε συνεχώς στις προφορικές μαρτυρίες. O Πέπο Kαράσσο ερωτεύτηκε στα στρατόπεδα την Oυγγαρέζα Eύα και άρχισε μεταξύ τους ένα ειδύλλιο -τους έλεγαν Pωμαίο και Iουλιέτα. H Eύα λέει ότι πάντα ήθελε να γνωρίσει έναν Έλληνα, γιατί θαύμαζε από μικρή την αρχαία ελληνική μυθολογία. Tο ειδύλλιο μετά την απελευθέρωση, κατέληξε σε γάμο, εδώ, στη Θεσσαλονίκη.

Ένα δεύτερο στοιχείο συνοχής της ελληνικής ομάδας ήταν η ελληνική γλώσσα, που η εκμάθησή της είχε γίνει υποχρεωτική μετά το 1932. Eίναι χαρακτηριστικό ότι στα στρατόπεδα οι Έλληνες Eβραίοι μετάφρασαν στα ελληνικά τα τραγούδια που πριν τραγουδούσαν σε γλώσσα ισπανοεβραϊκή, ενώ πολλά από τα τραγούδια που έφτιαξαν ειδικά για τα στρατόπεδα ήσαν σε μουσική ελληνικών δημοτικών ή ρεμπέτικων τραγουδιών. Λέει ο Λεόν Xαγουέλ:

«Tα τραγούδια του στρατοπέδου ήταν στην ελληνική που τη μιλούσαμε περισσότερο στα στρατόπεδα γιατί νιώθαμε ξενιτεμένοι. Aυτό συνέβαινε και με πολλούς Eβραίους της Θεσσαλονίκης, που όταν βρίσκονται στο εξωτερικό μιλούν ελληνικά. H γλώσσα η ελληνική είναι ο δεσμός με την πατρίδα σου που νοσταλγείς».

Θα τελειώσω με μια από τις λιγότερο γνωστές σελίδες από τη ζωή των Ελλήνων Εβραίων στα στρατόπεδα, την εξέγερση στο Άουσβιτς λίγο πριν από την απελευθέρωση, που είχε ως αποτελεσμα την καταστροφή ενός από τα πέντα κρεματόρια, και έκτοτε την υπολειτουργία των άλλων.

Πριν από δύο χρόνια περίπου το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών παρουσίασε μέσω της Διευθύντριας του αρχείου το ΥΠΕΞ, Φωτεινή Τομαή, ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο γινόταν αναφορά στην εξέγερση των Ελλήνων Εβραίων στο Άουσβιτς, με πάρα πολλά λάθη και ανακρίβειες.

Η δικές μας πηγές είναι το Χρονικό του Μαρσέλ Νατζαρή, ενός από τους ελάχιστους που επέζησαν από τα ειδικά κομάντο των κρεματορίων, και οι προφορικές μαρτυρίες του Σλόμο Βενέτσια και πολλών άλλων. Τις πηγές αυτές συγκρίναμε με ανάλογες από την ξένη βιβλιογραφία. Η εξέγερση σχεδιάστηκε από Πολωνούς και Έλληνες κρατούμενους. Όμως η ελληνική συμμετοχή αποσιωπάται στις μελέτες των Josef Garlinski και Reuben Ainsztein.

O Nατζαρή ήταν ένας από τους οργανωτές της εξέγερσης, και πληροφορίες δίνουν οι Bενιαμίν Kαπόν, Aνριέτα Mόλχο, Σάρα Mπενφοράδο, Λίνα Περαχιά, Λεόν Περαχιά, Στέλα Nαχούμ, Παλόμπα Φλωρεντίν, Pαχήλ Mπουρλά. Όλοι αυτοί δίνουν ονόματα κάποιων γνωστών τους, και επικαλούνται κάποιες έγκυρες πηγές. Πολλοί άκουσαν την ιστορία από τον ίδιο τον Nατζαρή. Άλλοι από αλλους. Πολλές γυναίκες δούλευαν στο κομάντο Kαναδά, και είχαν πληροφορηθεί για το σχέδιο από ένα μήνυμα που κατόρθωσε να στείλει ο Nατζαρή στην ξαδελφη του Σαρίκα. Tα στοιχεία για την οργάνωση της εξέγερσης που δίνει ο Nατζαρή μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστα, γιατί συμπίπτουν με αυτά που δίνει ο Hermann Langbein, στην ειδική μελέτη του, μετά από έρευνα σε μια τεράστια βιβλιογραφία μαρτυριών σε πολλές γλώσσες.

Σύμφωνα με τον Langbein ήσαν ο Pώσος κάπο Kaminski και δύο Έλληνες, εκ των οποίων ο ένας ονομαζόταν Eρρέρα ή Eρρέϊρα, γνωστός για το ταλέντο του στο τραγούδι. Kατά τον Nατζαρή ήσαν και άλλοι, οι Έλληνες Eβραίοι αξιωματικοί που πολέμησαν στην Aλβανία, ο ίδιος που ως αντάρτης γνώριζε τις συνωμοτικές πρακτικές, ήσαν οι φίλοι του Σαμ Kαράσσο, Bίκος Mπρούδο, Mωύς Aρόν, Iζάκ Mπαρούχ. Ήταν επίσης ο Γιομτώβ Γιακοέλ, που είχε συνεργαστεί με το EAM για την απαγωγή του ραβίνου Mπαρτζιλάι.

Γράφει ο Nατζαρή: «Oι Έλληνες ήμασταν αποφασισμένοι να βάλουμε φωτιά και να καούμε μαζί με το κρεματόριο, όμως οι Πολωνοί, ειδικώς ο Όλερ και ο Στράσσενβόγγκελ επέμεναν να μην κάνουμε τίποτε απολύτως, διότι όλα θα ήταν μάταια. Yποκύψαμε μετά, λόγω ότι ήταν οι περισσότεροι». Tελικά καταστράφηκε μόνο το κρεματόριο III. O Nατζαρή σώθηκε γιατί βρισκόταν στο κρεματόριο II. Oι Έλληνες που ήσαν στο κρεματόριο I, είδαν τη φωτιά και αποφάσισαν μια ηρωϊκή έξοδο.

Iδού πώς καταλήγει:

«Όλοι, όσοι εξήλθαν από το κρεματόριο I, πέσανε όλοι, και έστω δια λίγα λεπτά ευρέθησαν ελεύθεροι. Mεταξύ άλλων ήταν και ο Σαμ Kαράσσο, ο Tζάκο και πολλοί άλλοι […] Eίχαν φανεί όλοι τους πραγματικοί ήρωες. Σκεφτήκαν, καλύτερα να σκοτωθούν έξω, παρά ολίγον αργότερον, εντός του δωματίου. […] Aπογραφή. Eίχαν μείνει μόνο 200, εκ των οποίων οι 26 Έλληνες […] Oι Πολωνοί που δούλευαν στο κρεματόριο IV έδειξαν τη χειρότερη διαγωγή που μπορούσαν να δείξουν. Mπορούσαν κάλλιστα να βοηθήσουν και αυτοί στο έργον αυτό και συνάμα να μας ειδοποιήσουν, διότι είχαν τον τρόπο, αλλά προτίμησαν να συνεχίσουν το μακάβριον έργο τους για να πεθάνουν έστω και μιαν ώρα αργότερον».

Aυτό όμως που κυρίως ενδιαφέρει, πέρα από την έριδα Eλληνων και Πολωνών, είναι εντελώς διαφορετικής τάξεως. Ενδιαφέρει ο συναισθηματικός αντίκτυπος που είχε η ελληνική συμμετοχή στην εξέγερση στους Έλληνες επιζώντες. Όλοι όσοι ερωτώνται, την αναφέρουν ως ένα ιδιαίτερης σημασίας κατόρθωμα. Aφηγούνται λεπτομέρειες που ίσως δεν τις έζησαν ακριβώς έτσι, αλλά η εικόνα που έχουν κατασκευάσει δείχνει ότι η εξέγερση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην μετέπειτα ζωή τους, ως μια πράξη ηρωισμού, την οποία συνδέουν με την ελληνική τους ταυτότητα.

Στη μαρτυρία του Nατζαρή, οι συνδηλώσεις της λέξης «έξοδος» δεν παραπέμπουν στο βιβλικό θέμα της Eξόδου αλλά σε περιστατικά της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας κατά την επανάσταση του 1821, όπως η έξοδος των πολιορκημένων στο Mεσολόγγι.

H Aνριέτα Mόλχο δούλευε στο κομάντο Bίμπεραϊ, κοντά στα κρεματόρια. Έμαθε για την εξέγερση από μήνυμα του Oύγκο Bενέζια. Θυμάται:

«Ύψωσαν την ελληνική σημαία στο στρατόπεδο και πέθαναν τραγουδώντας τον ελληνικό εθνικό ύμνο. Όλα αυτά εμείς τα ακούσαμε γιατί ήμασταν πολύ κοντά. Mας φώναζαν τα ονόματά τους. Tον Oύγκο Bενέζια τον γνώριζα και προπολεμικά, γι’ αυτό θυμάμαι το όνομά του. Ήταν δώδεκα περίπου Eλληνοεβραίοι, από το Zόντερ κομάντο, που προσπάθησαν να ανατινάξουν ένα κρεματόριο. μετά πήγαν στα συρματοπλέγματα και τότε τους πυροβόλησαν και πέθαναν με τον εθνικό μας ύμνο».

Είναι βέβαιο ότι η εξέγερση τόνωσε τρομερά το ηθικών των Ελλήνων κρατουμένων. Όμως αυτή η «ηρωϊκή» ανάμνηση της εξέγερσης τούς προσέφερε σημαντικότερη βοήθεια μετά, στην κατ’ εξοχήν δύσκολη φάση μιας νέας ανάγκης ανασυγκρότησης της ταυτότητας, μετά την απελευθέρωση, σε μια Θεσσαλονίκη όπου όλα θύμιζαν την καταστροφή, στην κατάσταση του συνεχούς πένθους στην οποία βρέθηκαν, και μέσα σε έναν κόσμο συμπολιτών που μιλούσαν και ενδιαφέρονταν για άλλα ζητήματα, για άλλα πένθη.

Οι μαρτυρίες των επιζώντων Ελλήνων Εβραίων από το Άουσβιτς μπορούν να διαβαστούν με πολλούς τρόπους, και όχι μόνο ως ιστορικά ντοκουμέντα. Από τις φωνές τους μπορούμε να μάθουμε όχι μόνο για τη φρίκη, αλλά και για την ελπίδα τους να τους ακούσουμε εμείς, να γίνουμε συμ-μάρτυρες. Οι μαρτυρίες, ντοκουμέντα της ανθρώπινης βασάνου, μπορούν να μας ανοίξουν το δρόμο για να μοιραστούμε ένα πένθος που αφορά όχι μόνο μια ανθρώπινη ομάδα αλλά ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό.

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ.

  • Η ομιλία της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη με τον τίτλο «Ποτέ Ξανά. Θεσσαλονίκη- Αουσβιτς 71 χρόνια μετά» (15-16 Μαρτίου 2014). Οι εκδηλώσεις διοργανώθηκαν από τον Δήμο Θεσσαλονίκης, την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Desde Grecia, Akí Salonika para Radio Sefarad: “El rescate” de Karina Lampsa y Yakov Schiby & 15 de marzo de 1943, In Memoriam (13/3/2014)

grecia 83 ARRIBADesde Grecia Akí, Salónika* se realiza en memoria de Sabby Cohen Z”L (1903-1944 Monastir, Salónica, Auschwitz) mártir de la Shoá. Recuerda el sufrimiento y honra la vida de su amada esposa Germain (Ζermain) – Matalón – (1910), Salónica.

15 de marzo de 1943 – 2013 – 70 aniversario de la primera deportación de tesalonicenses judíos hacia los campos de la muerte. En la madrugada del 15 de marzo de 1943 partiría el primer tren desde Salónica hacia Auschwitz-Birkenau con 2.800 tesalonicenses judíos. En menos de cinco meses, casi la totalidad de los miembros de la comunidad judía de Salónica sería deportada. Menos de 2.000 de ellos sobrevivirían. Hoy recordamos la memoria de los Martires de la Shoá, de los miles de niños, jóvenes, padres y madres, abuelos y abuelas, familias enteras exterminadas por las fuerzas nazis durante la II Guerra Mundial. Hoy cuando las fuerzas del odio, intolerancia, racismo, discriminación, antisemitismo protagonizan en la arena política europea es nuestro deber repetir una vez: Nunca jamás. Hace un año en Salónica les rendimos homenaje* a todos y cada uno de ellos. Con su violín Stadrivarius el maestro Ivry Gitlis y Alexandros Halapsis evocaron las voces y sonrisas de los niños ,jóvenes y todos aquellos que nunca regresaron.

“EL RESCATE” H διάσωση. Entre 1939 y 1943, cientos de miles de judíos fueron atrapados en más de 400 guetos en los territorios ocupados de Europa Oriental. En el verano de 1944, todos los guetos se vaciaron y la mayoría de los prisioneros fueron exterminados. Καρίνα Λάμψα, Ιακώβ Σιμπή. Καπόν. ¿Pudo el rabino Korets evitar la aniquilación de la comunidad judía de Salónica, ¿por qué fueron rescatados los judíos que se habían reunido en Atenas?; ¿quién organizó la operación de rescate en el mar Egeo con acuerdos entre los servicios secretos británicos, la Agencia, etc.? Una edición minuciosa con excelente material fotográfico y documentos que ven la luz por primera vez. Una nueva narrativa sobre la persecución y el rescate de los judíos en el Tercer Reich, cambiando los estereotipos y los mitos. Nuevas fuentes de reflexión sobre los griegos judíos en los años de ocupación, la resistencia en los campos de trabajo y exterminio.

Εl rescate, Karina Lampsa

Yakov Schiby. Η διάσωση. Η σιωπή του κόσμου, η αντίσταση στα γκέτο και τα στρατόπεδα, οι Έλληνες Εβραίοι στα χρόνια της Κατοχής. ]ESP[

Kaminos de Vida con Dolly Hassid (2ª parte). Νació el 18 de Diciembre de 1928. Hija de Victor Menase y Lilly Amarillo, nieta de Sol. Su padre era ingeniero, avagar avagar después de una hazinura se enamoró de su madre. En 1943 al ingresar al gueto su vida trokó. Dolly rekodra en lengua djudeo-española, ladino, momentos hermosos de su vida, la skola, sabores, guizos… en su chiquez le plazia komer las dulzuras en el balkon… [LAD] [ESP]

-Escuchan: “Lagrimas vertere” – Victoria Hazan (Esmirna1896?-199? Nueva York) de los archivos de Mario Yehaskel Haskil.

-E. Bloch. “Nigun” de la Suite” Baal Shem”. “Esperanza” (Hatikva). Interpreta Ivry Gitlis y Alexandros Halapsis con María Francisca Rocca Arbeláez, Maria Anastasiadou, Despina Kornilaki, Ioannis Iakovoglou, Stefanos Arzoumanidis, Dimitrios Kakkos. Orquestación, Jean Christophe Charron. Asistencia de Elias Frezis.

Purim-Grecia, Halkis – Menashe Cohen. Recorded by: Amnon Shiloah -Halkis, 1970. Yc 277 Purim Jewish National and University Library-National Sound Archive –David and Fela Shapell Digitization Project.

-Creditos fotos: Dolly Hassid-Archivo Dolly Hassid . FB. Rollos )Meguilá) libro de Esther. The Magnes Collection

Interfaith Intercultural Dialogue Group* (Encounters) under one sky. Award Marca Colombia 100 Colombianos 2012- Ángela María Arbeláez copyright. Nuestros agradecimientos a Rosa Beja.

Haga clic en el enlace. Για να ακούσετε την εκπομπή, πατήστε εδώ.

grecia 83 abajo

Desde Grecia, Akí Salonika para Radio Sefarad: Ventanas Altas de Saloniki & Rekodrando a Benjamin Capon (1927-2013 Salonika) (23/1/2014)

ventanas_altas_de_salonikiDesde Grecia Akí, Salonika * se realiza en memoria de Sabby Cohen Z”L (1903-1944) Monastir, Salónica, Auschwitz mártir de la Shoá. Recuerda el sufrimiento y honra la vida de su amada esposa Germain (Ζermain) -Matalón-(1910), Salónica.

Escuchan del álbum “VENTANAS ALTAS DE SALONIKI”. dos obras del repertorio moderno del siglo XX. Universidad de Haifa, Facultad de Musica. Editora y productora, Prof. Shoshana Weich-Shahak. Co-productor Yuval Shaked., 2013

“Ya sabes ke yo so ninya kurnasa”, lo que deben responder a sus pretendientes).[LAD]

“Siete días encerrados” En la voz de Orit Perlman. [LAD]

Voces : Orit Perlman, Kobbi Zarco. Asaf. Talmudi, Acordeon, Idan Toledano , Guitarra.

Kaminos de Vida : Benjamin Capon (14-7-1927 – 2013) Z” L. Sobreviviente de la Shoa. Hijo de Hasdai y Vida. Padre de Vivian y Hasdai. Con las voces de Benjamin e Yvon Capon. 2da.parte (2010). [LAD] [GR]

Haga clic en el enlace. Για να ακούσετε την εκπομπή, πατήστε εδώ.

Rekodrando a Benjamin Capon

Λόγος και σώμα των στρατοπέδων στον Πρίμο Λέβι και τον Λεβινάς (απόσπασμα)

του Μιχάλη Πάγκαλου

[αρχική δημοσίευση: περιοδικό Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Πρίμο Λέβι (1919-1987), τχ. 1821, Απρίλιος 2009, σ. 663-706]


3. Το σώμα στο Άουσβιτς

 Από τις πρώτες σελίδες του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, η είσοδος στο κολαστήριο του Άουσβιτς αισθητοποιείται  με το μαρτύριο της δίψας:

Το ταξίδι κράτησε είκοσι λεπτά. Το φορτηγό σταμάτησε και είδαμε μια μεγάλη πύλη και πάνω της μια επιγραφή ζωηρά φωτισμένη (…): ARBEIT MACHT FREI, η εργασία απελευθερώνει. Κατεβήκαμε και μας οδήγησαν σ’ έναν μεγάλο, γυμνό θάλαμο, ελαφρά θερμασμένο. Πώς διψάμε! Ο αδύναμός ήχος του νερού στα καλοριφέρ μας αγριεύει. Εδώ και τέσσερις μέρες δεν ήπιαμε καθόλου νερό. Κι όμως υπάρχει μια βρύση: μια ταμπέλα πάνω της γράφει ότι απαγορεύεται να πιεις γιατί το νερό είναι μολυσμένο. Ανοησίες, είναι φανερό ότι μας κοροϊδεύουν, «αυτοί» ξέρουν ότι πεθαίνουμε από τη δίψα, μας βάζουν σ’ ένα δωμάτιο με βρύση και Wassertrinken verboten.[1] Εγώ πίνω και παρακινώ τους συντρόφους μου να πιουν κι αυτοί∙ αλλά το φτύνω αμέσως, το νερό είναι χλιαρό και γλυφό και μυρίζει έλος.[2]

Ο Λέβι δεν εμφορείται από την οίηση των ιδεαλιστών∙ η ανθρωπινότητα του ανθρώπου δεν ελλοχεύει στις συνάψεις του «καθαρού λόγου» με την «καθαρή βούληση». Η επιθυμία και η ανάγκη στον άνθρωπο είναι σωματικές, τα βασανιστήρια είναι σωματικά, όπως και η έκφραση και η σκέψη που εκφράζονται μέσα απ’ το σώμα. Υποβάλλοντας τους κρατουμένους στα ανελέητα βασανιστήρια της πείνας, της δίψας της ορθοστασίας και του ξύλου, οι ναζιστές τους οδηγούν, ήδη, πριν τον θάλαμο αερίων, στην πνευματική και ηθική απονέκρωση. Τα σωματικά βασανιστήρια, έλεγε ο Λεβινάς, πλήττουν την υποτιθέμενα «άτρωτη» βούληση του ιδεαλισμού στην ίδια την καρδιά του δι’ εαυτόν της. Ο Λέβι μιλά για την κόλαση των βασανιστηρίων:

Αυτή είναι η κόλαση. Στις μέρες μας, η κόλαση πρέπει να είναι αυτό, ένας άδειος θάλαμος, εμείς κατάκοποι να στεκόμαστε όρθιοι, με μια βρύση που στάζει και να μην μπορείς να πιεις, να περιμένουμε κάτι, σίγουρα τρομερό, και να μη συμβαίνει τίποτα, και οι ώρες να περνούν και να μη συμβαίνει τίποτα. Πώς να σκεφτούμε; Δεν μπορούμε πια να σκεφτούμε, είμαστε σχεδόν νεκροί. Κάποιος κάθεται στο πάτωμα. Ο χρόνος περνά, σταγόνα, σταγόνα.[3]

Οι μέθοδοι θανάτωσης του σώματος κλιμακώνονται σε μια ευρύτατη γκάμα που αρχίζει από την πείνα και τη δίψα για να συμπεριλάβει την πολύωρη ορθοστασία και το ξύλο, τις μολυσματικές αρρώστιες (τύφος, διεφθερίτιδα) και, τέλος, τις μαζικές δολοφονίες και τη μαζική εξόντωση στους θαλάμους αερίων. Το χειμαζόμενο σώμα των στρατοπέδων δεν είναι το άτρωτο σώμα της δυτικής φιλοσοφίας, που από τον Πλάτωνα ως τον Χούσσερλ γνωρίζει να «υπερίπταται» του θανάτου εμβαπτιζόμενο διαμέσου της «αθάνατης ψυχής» στην καθολικότητα  των ιδεών και του λόγου. Η «ψυχή», για τον Πρίμο Λέβι, δεν είναι αθάνατος λόγος αλλά τρωτό σώμα.

Γνωρίζουμε ότι η Φαινομενολογία της αντίληψης [1945] του Merleau-Ponty  και το Ολότητα και Άπειρο [1961] του Λεβινάς είναι τα δύο μεγάλα βιβλία στα οποία επιχειρείται η διατύπωση μιας φαινομενολογικής σκέψης εναντίον της καρτεσιανής αντικειμενοποίησης του σώματος. Ο Merleau-Ponty αναζητά έναν τρίτο τρόπο ύπαρξης –ούτε πράγμα, ούτε συνείδηση– που θα ήταν ο «αμφίπλευρος» τρόπος ύπαρξης του «δικού μου» σώματος[4] και μιλά για την αδυνατότητα να θέσουμε το σώμα σε απόσταση, ώστε να αποστασιοποιηθούμε απ’ αυτό και τα πάθη του. Το σώμα δεν είναι ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο αλλά αυτό που «αγγίζει και αγγίζεται», «βλέπει και βλέπεται», και, τελικά, δίδεται μέσα από το φαινόμενο της «σάρκας» [chair]. Το σώμα «δηλοί πρόθεση» και «φανερώνει εσωτερικότητα». Πρόκειται, όμως, για μια εσωτερικότητα σχεδίου, δηλαδή ελευθερίας. Εναντίον της μακραίωνης δυτικής παράδοσης του αναστοχασμού (réflexion) που μας δίνει «το σώμα ως ιδέα» και όχι την «εμπειρία» η την «πραγματικότητα» του σώματος, o Merleau-Ponty επανέρχεται, ακριβώς, στην «εμπειρία του ιδίου σώματος» και, επηρεασμένος από τον Χάιντεγκερ, στο σώμα ως όχημα του «είναι στον κόσμο». Το σώμα είναι, τελικά, στον Merleau-Ponty ο φορέας «των διαθέσεων και των δυνατοτήτων που καθιστούν δυνατές τις προθέσεις και τα προσωπικά σχέδια του καθενός»[5].

levinas_autrement Ούτε αντικείμενο αλλά ούτε σχέδιο, θα αντιτάξει με σθένος ο Εβραίος Λεβινάς, ερχόμενος να αντιπαρατεθεί όχι μόνο με τη φαινομενολογία, αλλά με όλη εκείνη τη στωικό-χριστιανική παράδοση της ελευθερίας που παραγνώρισε και περιθωριοποίησε τη βιβλική σκέψη. Η ελευθερία δεν μπορεί να συνίσταται σε μια ατάραχη ενατένιση του σύμπαντος, εναρμονισμένη με την αταραξία του στωικού. Η βιβλική σκέψη είναι εγγενώς πολιτική: η ελευθερία, υποστηρίζει ο Λεβινάς, δεν ευοδώνεται παρά ως οικονομική ισότητα και πολιτική δικαιοσύνη και ως ένα υποφέρειν-για-τους-άλλους της ευθύνης που, μέσα στην ιστορία, γράφεται πάνω στους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς προκειμένου να τους νοηματοδοτήσει και να τους αναπροσανατολίσει προς το αγαθό. Ο Λεβινάς καταδεικνύει στον χριστιανισμό τα επιχωματωμένα βιβλικά του θεμέλια. Ομοίως, ο Λεβινάς ενοφθάλμισε στη γαλλική φαινομενολογία έννοιες που υπερβαίνουν κατά πολύ τη δική της πνευματικότητα και τα δικά της όρια, όπως, αίφνης, η έννοια της τρωτότητας και της παθητικότητας ψυχής και σώματος. Σε ρητή αντίθεση με τους άλλους δύο μεγάλους Γάλλους φιλοσόφους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς –τον Σαρτρ και τον Μερλώ-Ποντύ– η «υποκειμενικότητα του υποκειμένου» δεν δίνεται, για τον Λεβινάς, μέσα στην πρόθεση και το σχέδιο, αλλά, ακριβώς, μέσα στην εντολή[6] που, ηχώ και κρυστάλλωμα ενός ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού στους αντίποδες του ναζισμού, με προσαρτά ως ανοιχτή και αιμάσσουσα πληγή στους άλλους:

Η υποκειμενικότητα του υποκειμένου είναι η τρωτότητά του, η έκθεση στα παθήματα, αισθητικότητα, παθητικότητα πιο παθητική από κάθε παθητικότητα[7].

Το «είμαι δεμένος με τους άλλους, πριν δεθώ με το σώμα μου» του Λεβινάς, δηλαδή η εντολή, διαυγάζει την εσωτερικότητα του σώματος κατά την ίδια λογική με την οποία, όταν ο Αυγουστίνος έλεγε για το Θεό ότι, interior intimo meo et superior sumo meo, διεύγαζε την εσωτερικότητα της ψυχής[8]. Ο πεζογράφος Λέβι θα εστιάσει στο τρωτό σώμα αναδεικνύοντας τόσο το συνολικό σχέδιο της γενοκτονίας όσο και τον πολιτισμό που το γέννησε και το πραγματοποίησε στις βιομηχανίες του θανάτου. Αυτό κάνει, παραδείγματος χάριν, μιλώντας μας για τα ξύλινα χοντροπάπουτσα που φορούσαν οι κρατούμενοι. Αν νομίζει κανείς, λέει, ότι τα παπούτσια στο Λάγκερ είναι ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας, απατάται οικτρά:

ο θάνατος για τους κρατουμένους ξεκινά από τα παπούτσια: για τους περισσότερους από εμάς είναι ένα αληθινό βασανιστήριο, γιατί μετά από λίγες ώρες βάδισμα, σου προκαλούν οδυνηρές πληγές που μοιραία μολύνονται. Στο εξής θα είσαι αναγκασμένος να περπατάς σαν να έχεις μια μπάλα δεμένη στο πόδι (έτσι εξηγείται και το παράξενο βάδισμα της στρατιάς των φαντασμάτων που επιστρέφουν κάθε βράδυ σε παράταξη)˙ παντού θα φτάνεις τελευταίος και παντού θ’ αμείβεσαι με κλωτσιές, αν σε κυνηγάνε δεν θα μπορείς να ξεφύγεις˙ τα πόδια πρήζονται και η τριβή με το ξύλο των παπουτσιών γίνεται ανυπόφορη. Η μόνη λύση είναι το αναρρωτήριο˙ αλλά το να μπεις στο αναρρωτήριο με τη διάγνωση «dicke Füsse» (πρησμένα πόδια) είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, γιατί όλοι ξέρουν (και πρώτοι απ’ όλους οι Ες Ες) ότι η αρρώστια αυτή εδώ δεν θεραπεύεται[9].

Η πεζογραφία της ανοιχτής πληγής δίδεται από τον ρεαλισμό του ενδεούς, πεινασμένου, άρρωστου και, τελικά, νεκρού σώματος. Το ναζιστικό μίσος εκφράστηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα και μανία εναντίον όχι μόνο των ζωντανών αλλά και των νεκρών! Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, οι ναζί επιχείρησαν τη βιομηχανική καύση των πτωμάτων στα κρεματόρια με φρενήρεις ρυθμούς[10]! Απόλυτη εκμηδένιση, εξαφάνιση κάθε ίχνους του άλλου ανθρώπου, βιομηχανικός θάνατος χωρίς κηδεία και μνημόσυνο ! Ο ναζιστικός πολιτισμός του Είναι ως «δύναμης που ρέει», συνόψισε όλη τη φονική πλευρά του δυτικού πολιτισμού: κατάργησε τη δημοκρατία και μετάτρεψε το κράτος σε φονικό Μολώχ. Λάτρεψε την ιδεολογία και τις πρακτικές του απόλυτου, του «ολοκληρωτικού» πολέμου. Οργάνωσε βιομηχανικά τη βία και το μαζικό θάνατο. Προπαγάνδισε και εξαπέλυσε τον πιο άγριο αντισημιτισμό από καταβολής κόσμου. Έφτασε τέλος να μεταχειριστεί με την πιο βάρβαρη μεταχείριση το ίδιο ανθρώπινο σώμα, και μάλιστα το νεκρό σώμα, αυτό που «κάθε πολιτισμός, από την προϊστορική ακόμα εποχή», λέει ο  Πρίμο Λέβι περιέβαλλε, ανέκαθεν, «με σεβασμό, τιμές και φόβο»:

Η μεταχείριση που επιφυλασσόταν στο λείψανο των νεκρών στα Λάγκερ ήθελε να διακηρύξει πως δεν επρόκειτο για ανθρώπινο λείψανο, αλλά για ακατέργαστη ύλη, χωρίς αξία, ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, ύλη μόνο για κάποια βιομηχανική χρήση. Ξυπνούν φρικίαση και τρόμο μετά από δεκαετίες, τα εκθέματα του μουσείου του Άουσβιτς, οι τόνοι σε σωρούς, των κομμένων μαλλιών των γυναικών πριν μπουν στους θαλάμους αερίων ή στο Λάγκερ: έχουν ξεθωριάσει και φθαρεί από το χρόνο αλλά δεν έπαψαν να ψιθυρίζουν στον επισκέπτη τη βουβή κατηγορία[11].

Ο δυτικός πολιτισμός, όπως επισημαίνει  ο Philippe Nemo[12], είναι ο πολιτισμός που ενσάρκωσε ουδιώδεις πτυχές της Αθήνας, της Ρώμης και της Ιερουσαλήμ. Ο ίδιος πολιτισμός, ωστόσο, παραμένει επίσης, ανεξάλειπτα, ο πολιτισμός των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, του Άουσβιτς και της Χιροσίμα. Με τη φονική αυτή πλευρά του δυτικού λόγου θα πρέπει να αντιμετρηθούμε, να την αναλύσουμε και να κατανοήσουμε τις αιτίες της και τις ιστορικο-πολιτικές συνθήκες ανάδυσής της. Στην πεζογραφία του Πρίμο Λέβι ο λόγος του νεκρού σώματος αποκαθηλώνει την ενδημική οίηση του δυτικού λόγου ως πρωτείου της οντολογίας εις βάρος της ηθικής. Ας μετρηθούν οι στιγμές που στη μη-ιουδαιοχριστιανική σκέψη, στο δυτικό  «οντολογισμό», δηλαδή, από τον Παρμενίδη ως τον Χάιντεγκερ, το τρωτό σώμα μπόρεσε να αποτέλεσε αφετηρία και εφαλτήριο για τη σκέψη. Είναι ελάχιστες τον αριθμό και ωχριούν μπροστά στα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα.

Οι εικόνες του μεταπολεμικού κόσμου με τα ξυπόλυτα παιδιά και τους εξαθλιωμένους εργάτες, όσους γύρισαν ζωντανοί από το μέτωπο, δεν έγιναν ποτέ, για παράδειγμα, το θέμα της αγέρωχης φιλοσοφίας του Μ. Χάιντεγκερ. Ο Χάιντεγκερ δεν ασχολήθηκε ποτέ με κοινούς θνητούς, αλλά μόνο με την Κοσμο-Ιστορία, εφόσον η σκέψη του Είναι που ξεγεννά την Ιστορία ως μοίρα ίσταται υπεράνω της κοινής μοίρας των εύθραυστων όντων[13]. Το ανθρωποσφαγείο του πολέμου δεν έγινε ποτέ θέμα του. Το πολιτικό κρίνειν αντικαθίσταται στον Χάιντεγκερ από την «κρίση της Ιστορίας». Στη μεταφυσική και την αισθητική του αρεσκόταν να αναπλάθει τους αρχαϊκούς γερμανικούς μύθους περί αυτοχθονίας. Σύμφωνα με το «βαθύ» γερμανικό αισθητισμό του Χάιντεγκερ, τα παπούτσια του Βαν Γκογκ, σημαίνουν, για παράδειγμα, το μόχθο του αγρότη που αυλακώνει τη μητέρα–γη, και όχι τον μόχθο του πληβείου και του ακτήμονα –ακόμη και ο ιδρώτας του αγρότη θα γίνει αισθητική, στη σκέψη αυτή! Πρόκειται για όλο αυτό τον άρρωστο αισθητισμό του αγρού και της «χαραγμένης μοναξιάς του μονοπατιού» υπό τη σκέπη των αρχαϊκών θεών χωρίς πρόσωπο. Ο Χάιντεγκερ ύμνησε τον «κόσμο του χωριάτη»[14] και προσκύνησε, όσο κανείς άλλος, τον αρχαϊσμό της μοίρας. Στον αντίποδα του Χάιντεγκερ, ο Λέβι αγάπησε τον πάσχοντα άνθρωπο. Για τον Λέβι, τα πράγματα του κόσμου τούτου και συνεπώς τα παπούτσια και τα ρούχα δεν ανήκουν στο μυθικό βασίλειο της «μητέρας-γης» και των «χθονίων θεών» αλλά στον άνθρωπο-κρατούμενο των στρατοπέδων. Τα παπούτσια και τα ρούχα ανήκουν στον όμηρο των Λάγκερ, τον κρατούμενο με τα ματωμένα πόδια, το λαό της Βίβλου, θρησκευόμενους και άθεους καθώς και στους πολιτικούς κρατούμενους και κατ’ επέκταση στον άστεγο, τον «γυμνό και τον ανυπόδητο», τον ξένο, τον φτωχό και, με την πρωταρχική έννοια, τον προλετάριο αυτού του κόσμου.

Έχει ειπωθεί ότι ο ναζισμός ήταν, επίσης, ένας αισθητισμός, μια λατρεία της τέχνης. Ο Λέβι έβλεπε ότι οι ναζιστές σέβονταν και τιμούσαν την τέχνη και την κουλτούρα πάνω από τον άνθρωπο. Στο αυτοβιογραφικό του, Τι ωραία Κυριακή! –ένα από τα πληρέστερα βιβλία που έχουν γραφτεί για τον ναζισμό και τον σταλινισμό– ο συνοδοιπόρος του Λέβι, Χόρχε Σεμπρούν, διηγείται πως στο στρατόπεδο που ήταν έγκλειστος οι Γερμανοί είχαν αποψιλώσει όλα τα δέντρα του λόφου που βρισκόταν εκεί, εκτός από μια βελανιδιά, γιατί σ’ αυτήν είχε χαράξει τα αρχικά του ο Γκαίτε[15]! Ναζιστική λατρεία της τέχνης! Όπως έχει δείξει ο Lacoue-Labarthe, ο ναζισμός μπορεί, πράγματι, να περιγραφεί ως «εθνικο-αισθητισμός»[16]. Νομίζω πως, δικαίως, τόσο ο Lacoue-Labarthe όσο και ο Agamben προσέφυγαν στον Χάιντεγκερ, στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν την ιδιαιτερότητα του ναζισμού. Στον Homo sacer ο Agamben, συνδέει την χαϊντεγκεριανή έννοια της Verfallenheit, δηλαδή την «πτώση» ή «καταπεπτωκότητα» που ιδιάζει σε όλα τα γεγονικά όντα, με την ιδιότητα της τροπής του «χαρίσματος» [Hingabe] της κατάστασης αυτών των όντων σε «καθήκον» [Aufgabe].[17] Οι μάζες των εργαζομένων και των ανέργων που αναλαμβάνοντας το πεπρωμένο τους υποστήριξαν τον Χίτλερ αποδεικνύουν πόσο βαθιά είχε εισχωρήσει ο Χάιντεγκερ στη μεταφυσική του ναζισμού: ο ναζισμός είναι η εν «αποφασιστικότητα» ανάληψη της μοίρας, δηλαδή κατ’ ουσίαν μια «αποφασιστική» υποδούλωση, μια συνειδητή αλλοτρίωση, όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης. Αποφασίζουμε συνειδητά και με ενθουσιασμό τον εξανδραποδισμό μας!

Σωστά, ο Agamben επισημαίνει ότι η ανάληψη της «κατάστασης» δια της μετονομασίας της σε «καθήκον» συνιστά την ακύρωση «όλων των παραδοσιακών ορισμών του ανθρώπου», των κλασικών ορισμών που μπορούσαν να θέτουν αντικειμενικούς, ηθικούς φραγμούς, στο σωστό και το λάθος. Χωρίς πνευματικό ένδυμα, ο δυτικός άνθρωπος θα προσδεθεί, όπως το έβλεπε ο Λεβινάς, ήδη, από το 1934[18], στο βιολογικό εκμαγείο του, κατά Lacoue-Labarthe, τύπου της φυλής, δηλαδή το γερμανικό σώμα. Η βιολογία υφαρπάζει τη θέση της ηθικής και το «πνεύμα» ανάγεται στο μυώδες (γερμανικό) σώμα. Ο ναζισμός ήρθε να σαρώσει τα «πνευματικά ενδύματα» του δυτικού ανθρώπου, λοιδωρώντας το (μονοθεϊστικό) πνεύμα δια της γύμνιας του σώματος, δηλαδή του οχήματος της ράτσας. Ως βιολογισμός, ο ναζισμός απογύμνωσε τον άνθρωπο από τα πνευματικά του ενδύματα. Αλλά τα πνευματικά ενδύματα δεν είναι τίποτα άλλο από τις ηθικές ποιότητες και εντολές. Η διαστρέβλωση, παραχάραξη και τελικά καταστροφή της εντολής, της ηθικής μας φύσης, οδήγησε στην τερατογονία στην καρδιά της Ευρώπης και του δυτικού πολιτισμού, που αξιώνει την περιγραφή του κατεξοχήν «πολιτισμού της ελευθερίας». Ο πολιτισμός της ελευθερίας χωρίς εντολή έφτασε, όμως, να κατασκευάσει βιομηχανικά τον απόλυτο εξανδραποδισμό της ελευθερίας, τον σατανικό κόσμο των Λάγκερ:

Το βιολογικό, με την έννοια του αναπόδραστου που κομίζει, καθίσταται κάτι πολύ περισσότερο από ένα αντικείμενο της πνευματικής ζωής, γίνεται η ίδια η καρδιά της. Οι μυστηριώδεις φωνές του αίματος, οι επικλήσεις της κληρονομικότητας και του παρελθόντος των οποίων το σώμα είναι ο αινιγματικός φορέας, χάνουν τον επιτακτικό χαρακτήρα των ζητημάτων που υπόκεινται στη λύση ενός Εγώ κυριαρχικώς ελεύθερου (…) Η ουσία του ανθρώπου δεν βρίσκεται πλέον στην ελευθερία αλλά σ’ ένα είδος αλυσόδεσης[19].

Αυτή η προσάρτηση στο βιολογικό σώμα έγινε, τελικά, μέσα στο ναζισμό, προσάρτηση στην πολεμική ιδεολογία και τον πόλεμο ως μοίρα. Είναι γνωστό ότι οι θεωρητικοί του ναζισμού, αλλά και ο ίδιος ο Χίτλερ θεωρούσαν τον πόλεμο και τον φόνο του άλλου, και ιδίως του ασθενέστερου, ως την καθ’ εαυτή φύση του ανθρώπου. Στην, κατά Πολιάκοφ, «πολεμο-ζωολογία» του Χίτλερ, ο ένας άνθρωπος κατασπαράσσει και φονεύει τον συνάνθρωπό του με την ίδια ευκολία και φυσικότητα που αλληλοσπαράσσονται τα άγρια ζώα ή όπως  η «γάτα τρώει το ποντίκι»[20] – είναι γνωστό, άλλωστε, ότι οι Εβραίοι παρομοιάζονταν συστηματικά  από τους ναζί με ποντίκια, όπως, πρόσφατα, στη Ρουάντα, οι Τούτσι από τους Χούτου με κατσαρίδες. Από την πρώτη ως την ακροτελεύτια σελίδα του ο Πρίμο Λένι μας δείχνει ότι ως απόλυτη εναντίωση προς το βιβλικό «ου φονεύσεις», το «να φονεύεις» διοργανώθηκε σε γιγαντιαίο σύστημα, και σ’ ένα ιμπεριαλιστικό και αιμοσταγές κράτος, που έφτασε να αντιπροσωπεύει, μέσα στο χιτλερικό δαρβινισμό, την ίδια την «ανθρώπινη φύση» ![21]


                                                                                   Σκλάβοι, πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες

                                                                                    φορές στη βουβή δουλειά,

                                                                       νεκροί στην ψυχή πριν

                                                                      τον ανώνυμο θάνατο.

(Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, σ. 66)

4.  Aποπροσωποποίηση και  il y a

Ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος του στοχασμού του Λέβι θα αφιερωθεί στη μεγάλη και ανώνυμη μάζα των «Μουσουλμάνων» του στρατοπέδου, που πρωτοπαρουσιάζεται στο ένατο κεφάλαιο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, με τον τίτλο, «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν», και επεκτείνεται, στη συνέχεια, στο ομώνυμο, τελευταίο βιβλίο του Λέβι που κυκλοφόρησε το 1986, λίγο πριν το θάνατό του. Σε όλα αυτά τα κείμενα, είναι φανερό ότι το φαινόμενο των «Μουσουλμάνων» τον συγκλόνισε και τον άγγιξε, ιδιαιτέρως, καθώς είδε να ενσαρκώνεται σ’ αυτό, η πιο ακραία εκδοχή της βίας και της αποπροσωποποίησης των στρατοπέδων. Οι «Μουσουλμάνοι», το τελευταίο κατακάθι της πλέμπας του στρατοπέδου[22], οι Muselmäner, αυτοί που βούλιαξαν:

αυτοί που βούλιαξαν είναι η ψυχή του στρατοπέδου˙ αυτοί, η ανώνυμη μάζα, ακατάπαυστα ανανεούμενη και πάντα η ίδια, η μάζα των μη-ανθρώπων που βαδίζουν και εξαντλούνται μέσα στη σιωπή, με σβησμένη μέσα τους τη θεία φλόγα, άδειοι μέσα τους για να υποφέρουν πραγματικά. Διστάζει κανείς να τους ονομάσει ζωντανούς: διστάζει να ονομάσει θάνατο τον θάνατό τους, που δεν τον φοβούνται καν γιατί είναι πολύ κουρασμένοι ακόμη και να τον αισθανθούν. Η χωρίς πρόσωπο παρουσία τους κατακλύζει τη μνήμη μου και εάν θα μπορούσα να κλείσω σε μια εικόνα το κακό της εποχής μας, θα διάλεγα την οικεία σε μένα εικόνα: ένας άνθρωπος λιπόσαρκος, με σκυμμένο κεφάλι και κυρτούς ώμους, χωρίς ίχνος σκέψης στα μάτια και το πρόσωπο του[23].

Η φριχτή μοίρα αυτών που βούλιαξαν οδηγεί τον Λέβι στη σκέψη ότι αυτοί που, όπως αυτός, επέζησαν τελικά από τα κρεματόρια δεν ήταν οι «καλύτεροι»:

Επιζούσαν οι χειρότεροι, δηλαδή αυτοί που προσαρμόζονταν, οι καλύτεροι χάθηκαν όλοι (…) Το επαναλαμβάνω, εμείς οι επιζώντες δεν είμαστε οι αυθεντικοί μάρτυρες.[24]

Πριν οδηγηθούν στους θαλάμους αερίων οι «Μουσουλμάνοι» έχουν χάσει τόσο κάθε δυνατότητα συνείδησης. Αν κατάφερναν να επιζήσουν, οι «Μουσουλμάνοι» θα ήταν οι μόνοι αυτόπτες και αυθεντικοί μάρτυρες. Επειδή όμως «αυτός που αντίκρισε τη Μέδουσα δεν επέστρεψε για να διηγηθεί ή επέστρεψε άφωνος», η μόνη αυθεντική μαρτυρία έχει οριστικά χαθεί. Οι σπουδαίες αυτές σελίδες του Πρίμο Λέβι εγγράφουν το ναζισμό στη μακραίωνη ιστορία της ειδωλολατρίας και της αλλοτρίωσης. Ο ναζισμός δεν εκπροσώπησε μονάχα ένα ιδεώδες πολέμου και ισχύος. Έστησε, επίσης, μια τέλεια οργανωμένη βιομηχανία θανάτου. Και μέσα και διαμέσου όλων αυτών, διαμέσου της καταστροφής των Εβραίων, ο ναζισμός επέβαλλε, επίσης, την καταστροφή της σκέψης και της ικανότητας αφήγησης:

Την πλήρη εκμηδένιση, το τετελεσμένο έργο, κανείς δεν το διηγήθηκε, με τον ίδιο τρόπο που κανείς δεν επέστρεψε για να διηγηθεί το θάνατό του. Αυτοί που βούλιαξαν, ακόμη και εάν είχαν χαρτί και μολύβι, δεν θα είχαν διηγηθεί, γιατί ο θάνατός τους είχε ήδη συμβεί πριν νεκρωθεί το σώμα τους˙ εβδομάδες πριν σβήσουν, είχαν χάσει την ικανότητα να παρατηρούν, να θυμούνται, να συγκρίνουν και να εκφράζονται.[25]

Αλλά τι ακριβώς είναι αυτό που μέσα στα στρατόπεδα και μέσα από όλα τα σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια τις προσβολές και τις ταπεινώσεις, αποπροσωποποιεί και καταδικάζει στον πνευματικό και ηθικό θάνατο τα θύματά του; Ακόμα κι αν αυτό ποτέ δεν μπορεί να περιγραφεί πλήρως στο πρώτο πρόσωπο, όπως λέει ο Λέβι, μαρτυρίες για την αποπροσωποποίηση διασώθηκαν, ωστόσο, και υπάρχουν. Το Μεγάλο Ταξίδι, του κρατούμενου στο Μπούχενβαλτ, Χόρχε Σεμπρούν, για παράδειγμα, είναι ένα ταξίδι στον κόσμο των στρατοπέδων. Ανατινάζοντας όλες τις χρονικές συμβάσεις, η αφήγηση του Σεμπρούν ρέει ασταμάτητα μέσα από εγκιβωτισμούς, προλήψεις και αναλήψεις που οργανώνονται μέσα από ένα ρητό και υπόρρητο διάλογο με τον δολοφονημένο σύντροφο, το «παλικάρι απ’ το Σεμούρ», του οποίου οι λέξεις επανέρχονται σαν αρμοί μιας βαθύτερης συνομιλίας που στερεώνει την αφήγηση – ενός λέγειν, θα έλεγε ο Λεβινάς, πάνω στο οποίο θεμελιώνεται το λεχθέν του βιβλίου. Ένα τέτοιο λέγειν εκφέρεται, για παράδειγμα, στις σελίδες 70-75, όπου ο αφηγητής αναλογίζεται και επαναλαμβάνει τη φράση του χαμένου συντρόφου του, δεν θα τελειώσει αυτή η νύχτα.

Ήταν η τέταρτη νύχτα του μεγάλου ταξιδιού στο οποίο οι κρατούμενοι μεταφέρονταν με το τραίνο στο Μπούχενβαλτ. Ο Σεμπρούν μιλά για μια αίσθηση του μη-πραγματικού που είχε αρχίσει να τους κατακλύζει. Μια αίσθηση που δεν μοιάζει με παλιότερες «εμπειρίες» του, όταν τριγυρνούσε πεινασμένος στο Μπουλβάρ Σαιν Μισέλ, γιατί, τώρα δεν την προκαλεί ο ίδιος αλλά εγχαράσσεται στα, έξω απ’ αυτόν, γεγονότα. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν ότι στην εμπειρία των στρατοπέδων ελλοχεύει, κατ’αρχάς, ένα αίσθημα του μη-πραγματικού. Στην υποθετική φράση, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, δεν υπολανθάνει άλλωστε μια παραπομπή στη δυνατότητα της θηριωδίας; Η ίδια η θηριωδία, που από μια άποψη είναι ότι πιο ξένο υπάρχει για τον άνθρωπο, μια φαντασμαγορία του δαιμονικού, έγινε μέσα στα στρατόπεδα απτή πραγματικότητα. Ο ίδιος ο Σεμπρούν μιλά για μια παράδοξη εξοικείωση με το «μη-πραγματικό και το παράλογο», για «τον απολύτως αφύσικο κόσμο της φυλακής και του θανάτου»[26].

Σ’ ένα από τα πρώτα και όχι επαρκώς συζητημένα βιβλία του, Από την ύπαρξη στο υπαρκτό[27], ο Λεβινάς είχε προχωρήσει ακόμη βαθύτερα στην κατεύθυνση του προσδιορισμού του τρομερού βιώματος της αποπροσωποποίησης. Το απρόσωποlevinas_existence «υπάρχει», το il y a, γράφει, δεν είναι πρωταρχικά η δαψίλεια του Είναι που ονειρευόταν ο Χάιντεγκερ, αλλά, εντελώς αντίθετα, ο τρόμος της δαψίλειας αυτής! Το απρόσωπο υπάρχει υπάρχει πέραν της περατότητας και πέραν της εναλλαγής είναι και μηδενός. Πρόκειται για κάτι φρικτότερο από το μηδέν, για κάτι που προκαλεί τρόμο. Αν τρέμουμε μπροστά στο μηδέν και το θάνατο, λέει ο Λεβινάς, είναι γιατί «το απρόσωπο υπάρχει, μας συνέχει ολοκληρωτικά».[28] Πίσω από το ρεαλισμό των Γάλλων πεζογράφων, και ιδίως του Μωπασάν, ο Λεβινάς αναζητά τη λογοτεχνική περιγραφή του τρόμου:

ορισμένα αποσπάσματα του Υσμάν, του Ζολά, η γαλήνια και μειδιώσα φρίκη κάποιας αφήγησης του Μωπασάν, δεν προσφέρουν μόνο, όπως ενίοτε διατείνονται, μια «πιστή» ή υπερβολική απεικόνιση της πραγματικότητας, αλλά διεισδύουν πίσω από τη μορφή που αποκαλύπτει το φως σε αυτή την υλικότητα που αντί να αντιστοιχεί στο φιλοσοφικό υλισμό των συγγραφέων αποτελεί το σκοτεινό βάθος της ύπαρξης. Μας παρουσιάζουν τα πράγματα μέσα από μια νύχτα, σαν μια μονότονη παρουσία που μας πνίγει μέσα στην ξαγρύπνια[29].  

Η λεβινασιανή ανάλυση στηρίζεται στην εγελιανή έννοια της στιγμής, η οποία ως στιγμή του επωμισμού, της προσπάθειας και της κόπωσης σημαίνει την «καθυστέρηση του παρόντος που καθυστερεί απέναντι στον εαυτό του»[30]. Ο Λεβινάς μιλά για την κόπωση ως «καταδίκη στο παρόν»[31] μέσα στην αναγκαιότητα του επωμισμού της ύπαρξης που καταδικάζει το υπαρκτό μέσα στο είναι και συγχρόνως, διαμέσου της προσπάθειας, το συγκροτεί ως αυτόνομη υπόσταση πέραν του είναι. Είναι πολύ σημαντικό, και αποτελεί την κεντρικότερη, ίσως, ιδέα του ιουδαιοχριστιανισμού, το ότι το μοιραίο και το τραγικό δεν αποτελούν συμβεβηκότα αλλά ουσιώδεις προσδιορισμούς του είναι. Το είναι στη σκέψη του Λεβινάς είναι το τραγικό ως τέτοιο. Ο θάνατος είναι η μοίρα του είναι. Πράγματι, νομίζω ότι είναι σωστό να πούμε ότι στην ενιαία ιουδαιοχριστιανική παράδοση τα θεμέλια του είναι –και του κόσμου– συγκλονίζονται από τον, πανταχού παρόντα, θάνατο.

Ο ιουδαιοχριστιανισμός αντέστρεψε τις αξίες στην πνευματική ιστορία της Δύσης. Ο αρχαιοελληνικός κόσμος ως πεδίο αναγνώρισης και τιμής δεν καταργείται, βέβαια, αλλά κάμπτεται μπροστά στο πρωτεύον και το κύριο, που είναι, ακριβώς, το κατεξοχήν τρωτό και απειλούμενο, δηλαδή το πρόσωπο του «ελαχίστου αδελφού». Το μοιραίο λέει ο Λεβινάς είναι «το άπειρο της ύπαρξης που αναλώνεται μέσα στη στιγμή»[32], μέσα στην ένταση και την κόπωση των τεταμένων μυώνων όπου «σιγοστάζει ο κρύος ιδρώτας του ασυγχώρητου της ύπαρξης»[33]. Ο Λεβινάς είναι ο φιλόσοφος των εργαζόμενων τάξεων του 20ου αιώνα. Ολόκληρο το επιχείρημά του συνοψίζεται στην έννοια του Είναι ως υπέρογκου και αδυσώπητου φορτίου[34]. Το Είναι είναι φορτίο σε βαθμό τέτοιο που το ίδιο το ανθρώπινο πράττειν  –διαμέσου του οποίου και μόνο συγκροτείται, από την άλλη μεριά, το υπαρκτό αποστασιοποιούμενο από το είναι– να συνιστά, εγγενώς, «υποταγή και δουλεία».[35] Αναλύοντας αυτή τη, δυνάμει του φορτίου του Είναι, εγγενή υποδούλωση του ανθρώπινου πράττειν, ο Λεβινάς φτάνει ως το σημείο να μιλήσει για τη φρίκη της αιωνιότητας, εάν, βεβαίως, η αιωνιότητα συνίστατο στη διαιώνιση αυτής της αιώνιας υποδούλωσης, στον τρόμο του Είναι:

 η προσπάθεια είναι καταδίκη επειδή επιφορτίζεται τη στιγμή σαν ένα αναπόδραστο παρόν. Συνιστά μια αδυνατότητα να απαλλαγεί από την αιωνιότητα στην οποία διανοίγεται. Είναι καταδίκη επειδή επιφορτίζεται πλήρως τη στιγμή και μέσα στη στιγμή προσκρούει στη σοβαρότητα της αιωνιότητας. Εξ ου ο βαθύς διαλογισμός του Μπωντλαίρ πάνω στον σκελετωμένο καλλιεργητή. Η ύπαρξή του φαίνεται αθεράπευτα αιώνια και συνάμα ταμένη στην οδύνη: αλίμονο αιωνίως! Θα έπρεπε, ίσως, να σκάβουμε σε κάποια άγνωστη χώρα τη σκληρή γη και να βυθίζουμε κάτω από τα αιμόφυρτα και ξυπόλητα πόδια μας μια βαριά τσάπα.[36]

Η καταδίκη αυτή στην αιώνια υποδούλωση εκφράζεται πολύ καθαρά στις σελίδες του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος ως υποταγή σε μια χωρίς όρια οδύνη. Οι ρεαλιστικές εικόνες του Πρίμο Λέβι φωτίζουν μ’ ένα καινούργιο φως τη φαινομενολογία της προσπάθειας και της κόπωσης που επιχείρησε να χτίσει ο Λεβινάς.

μια ακόμα μέρα αρχίζει, ίδια με όλες τις άλλες, τόσο μεγάλη που είναι αδύνατο να φανταστούμε το τέλος της, μας χωρίζουν τόσο κρύο, τόση πείνα, τόση κούραση.[37]

Το Λάγκερ λέει ο Λέβι  δεν αντιπροσωπεύει, απλώς, μια «τιμωρία», διότι στην τιμωρία αυτή δεν προβλέπεται κανένα τέρμα. Το Λάγκερ είναι αντίθετα μια μορφή ύπαρξης[38], ένα απεριόριστο και αιώνιο βασίλειο του τρόμου. Η λογοτεχνική περιγραφή φωτίζει και επιβεβαιώνει τις αφηρημένες φαινομενολογικές ιδέες. Η λογοτεχνική περιγραφή μας κάνει να ριγούμε όταν, αίφνης, διαπιστώνουμε ότι η «νύχτα», ο «εφιάλτης», η «αγρύπνια», και ο «τρόμος» είναι, ακριβώς, οι λέξεις με τις οποίες περιγράφεται η εμπειρία του στρατοπέδου:

Σε όλη τη διάρκεια της νύχτας, στην εναλλαγή του ύπνου, του εφιάλτη και της αγρύπνιας, καραδοκεί ο τρόμος και η αναμονή του εγερτηρίου: με τη βοήθεια μιας μυστηριώδους ικανότητας, γνωστής σε πολλούς, μπορούμε χωρίς ρολόγια να υπολογίζουμε το χτύπημα με μεγάλη προσέγγιση. Στην καθορισμένη ώρα του εγερτηρίου, διαφορετική σε κάθε εποχή αλλά πάντα πριν την αυγή, χτυπά παρατεταμένα η καμπάνα του εγερτηρίου, και τότε σε όλα τα παραπήγματα ο νυχτερινός φρουρός παραδίδει υπηρεσία: ανάβει τα φώτα, σηκώνεται και ανακοινώνει την καθημερινή μας καταδίκη: «Aufstehen», ή πολύ συχνά στα πολωνικά: «Wstawac» (…) Η ξένη λέξη πέφτει σαν πέτρα στην ψυχή όλων μας. «Εγερτήριο»: η απατηλή προστασία της ζεστής κουβέρτας, η λεπτή θωράκιση του ύπνου, η νυχτερινή, αν και βασανιστική,  απόδραση γίνονται κομμάτια και είμαστε ξανά και αμετάκλητα εκτεθειμένοι στην προσβολή, εντελώς γυμνοί και τρωτοί.[39]

Όπως ο Λέβι και ο Σεμπρούν έτσι και ο Λεβινάς θα μιλήσει, περισσότερο απ’ ότι για την αγωνία του θανάτου, για τη «φρίκη της νύχτας» και, τελικά, για τον φόβο όχι του μηδενός αλλά του ίδιου του Είναι. Το «είναι-προς-θάνατο» του πρώιμου Χάιντεγκερ παρέμενε, ακόμη, τουλάχιστον εν μέρει, μέσα στην κατανόηση. Το αυτοπαρεχόμενο Είναι της κοσμοϊστορικής εποχής ως Έργο – έργο τέχνης [Kunst-werk], έργο σκέψης [Denk-werk], έργο του Κράτους [Staats-werk] συνοψιζόμενα στον αρχαϊκό χαϊντεγκεριανό θεό που, κατά τη συνέντευξη στον Spiegel, μόνο αυτός «μπορεί να μας σώσει», υπερβαίνει και εξοστρακίζει, αντίθετα, κάθε ανθρώπινη κατανόηση. Εναντίον του χαϊντεγκεριανού έργου ο Λεβινάς μιλά για τον φόρτο του ατελεύτητου είναι, τον οποίο ταυτίζει με τη σιωπή και τη φρίκη της νύχτας:

Ενώ η αγωνία στον Χάιντεγκερ επιτελεί το «είναι-προς-θάνατον» το οποίο συλλαμβάνει και κατανοεί κατά κάποιο τρόπο – η φρίκη της νύχτας χωρίς διέξοδο και χωρίς απόκριση είναι η ασυγχώρητη ύπαρξη.[40]

Κατά ένα παράδοξο τρόπο, λοιπόν, η φρίκη της νύχτας «χωρίς έξοδο» και «χωρίς απόκριση» ομοιάζει επικίνδυνα με τη φρίκη των στρατοπέδων! Το στρατόπεδο δεν είναι απλώς το «μηδέν» αλλά κάτι πολύ εφιαλτικότερο και τρομακτικότερο. Το στρατόπεδο είναι ίδια η πραγμάτωση της λογικής του Χίτλερ, όχι απλώς το μηδέν αλλά, όπως είπε ο Χάρυ Μούλις για τον Χίτλερ, «το μηδέν που μηδενίζει» [41], η λογική της απόλυτης εκμηδένισης ή, κατά την πολεμική διατύπωση του Λεβινάς, το ίδιο το Είναι που «δεν έχει θύρες εξόδου».[42] Δεν πρόκειται για απλά ρητορικά σχήματα. Για να προχωρήσουμε βαθύτερα στον προσδιορισμό των εννοιών θα πρέπει να εξηγήσουμε τι σημαίνει ότι το είναι εμφανίζεται σαν ένα «απρόσωπο πεδίο» ή σαν το απόλυτο σκότος. Τι νόημα έχουν αυτές οι εκφράσεις; Πρόκειται, ακριβώς, λέει ο Λεβινάς, για ένα πεδίο όπου «η άρνηση και η εκμηδένιση και το μηδέν είναι συμβάντα, όπως η κατάφαση και η δημιουργία και η επιβίωση», πλην όμως, απρόσωπα συμβάντα. Αυτό που κάνει, λοιπόν, τον Λεβινάς να τρομάζει δεν απλώς ο θάνατος και το μηδέν, αλλά το είναι ως «πεδίο δυνάμεων» και «συμβάντων» για τα οποία δεν υπάρχει κανείς να επωμιστεί την ευθύνη, γιατί, όπως είπαμε, το μόνο που υπάρχει πάνω από τα υπαρκτά είναι το απρόσωπο υπάρχει, δηλαδή το χαϊντεγκεριανό Είναι. Πιστεύω ότι αυτή η λεβινασιανή ιδέα της αποπροσωποποίησης δεν μπορεί να διευκρινιστεί, επαρκώς, παρά μέσα από την πεζογραφία των στρατοπέδων και ιδιαιτέρως εκείνη του Πρίμο Λέβι. Η λογοτεχνική περιγραφή έρχεται να φωτίσει φιλοσοφικές ιδέες που διαφορετικά, διατυπωμένες σε ένα τόσο αφηρημένο ιδίωμα, όπως αυτό της φαινομενολογίας, κινδυνεύουν να παραμείνουν απροσπέλαστες, δηλαδή ακατανόητες.

Οι ναζιστές, μας λέει ο Λέβι, δεν επιδίωκαν μονάχα τον αφανισμό των Εβραίων. Μαζί με τον αφανισμό των θυμάτων τους επιδίωκαν και την πλήρη ταπείνωσή τους. Αλλά με ποια σκοπιμότητα; Ποια είναι η βαθύτερη αιτία ενός τόσο απύθμενου μίσους; Ο βαθύτερος σκοπός των ναζί ήταν μέσω της ταπείνωσης αυτής, να φτάσουν στην αποπροσωποποίησή και, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, στην «αποεβραιοποίηση» των θυμάτων τους.  Ο Λέβι το εξηγεί όταν περιγράφει με τρόπο ανατριχιαστικό τη συγκρότηση από τους ναζί των «Ειδικών Ομάδων», αποτελούμενων από Εβραίους:

έπρεπε να είναι Εβραίοι αυτοί που θα οδηγούσαν στους φούρνους τους Εβραίους, έπρεπε να αποδείξουν ότι οι Εβραίοι είναι υπάνθρωποι, κατώτερη φυλή, λυγίζουν σε κάθε ταπείνωση, μέχρι του σημείου να εξοντώνουν εαυτούς.[43]

Η δημιουργία των  Ομάδων-συνεργατών υπηρετούσε, λοιπόν, σύμφωνα με τον Λέβι αυτόν τον τρομακτικό σκοπό, την ηθική ταπείνωση των θυμάτων:

Εμείς ο λαός των κυρίων είμαστε οι εξολοθρευτές σας, αλλά κι εσείς είστε όμοιοί μας (…) δεν είστε πλέον η άλλη φυλή, ο εχθρός του Χιλιετούς Ράιχ: δεν είστε πλέον ο λαός που αρνείται τα είδωλα. Σας αγκαλιάσαμε σας διαφθείραμε, σας σύραμε στον πάτο μαζί μας: κηλιδωμένοι από το ίδιο σας το αίμα, όπως εμείς. Κι εσείς, όπως εμείς, όπως ο Κάιν, φονεύσατε τον αδελφό σας. [44]

Το ναζιστικό επιχείρημα διαθέτει λογική συνοχή, μέσα στο τυφλωμένο και απύθμενο μίσος του: «Δεν είστε πλέον ο λαός που αρνείται τα είδωλα και αναζητά την αλήθεια και την ηθική, συνεπώς, η ηθική πρέπει να καταστραφεί μαζί με εσάς, τον αρχαίο λαό του Ισραήλ». Δεν ισχύει παρά ο νόμος της φυλής, το «δίκαιο του ισχυροτέρου». Δεν υπάρχει Θεός, ούτε ηθικός νόμος, παρά μόνον ο Φύρερ και το ναζιστικό κράτος! Επιστροφή στη λατρεία των ειδώλων! Υπό το κράτος των ειδώλων, Εβραίοι και ναζιστές, θύματα και θύτες γίνονται το ένα και το αυτό μέσα στον απόλυτο τρόμο! Ο ναζισμός είναι ο απόλυτος κυνισμός, η εκ θεμελίων άρνηση της ηθικής. Η εκμηδένιση αυτή της ηθικής υπόστασης του ανθρώπου αναπτύχθηκε στο στρατόπεδο ως την πιο απόλυτη παράνοια. Η «γεωμετρική τρέλα» είναι η καθημερινή μουσική του Λάγκερ:

εμβατήρια και λαϊκά τραγούδια, αγαπητά σε κάθε Γερμανό. Όλα έχουν χαραχτεί βαθιά στο μυαλό μας, θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα ξεχάσουμε από το Λάγκερ: είναι η φωνή του Λάγκερ, η ακριβής έκφραση της γεωμετρικής του τρέλας (…) Όταν παίζουν αυτή τη μουσική ξέρουμε ότι οι σύντροφοι έξω στην ομίχλη ξεκινούν για τη δουλειά˙ η ψυχή τους είναι νεκρή και η μουσική τους παρασέρνει όπως ο άνεμος τα ξερά φύλλα, αντικαθιστώντας τη βούλησή τους.[45]

Πώς μεταφράζεται συγκεκριμένα η κεντρική θέση του Λεβινάς ότι «η ηθική προηγείται της οντολογίας»; Εάν ο «τρόμος του είναι», στον Λεβινάς, μπορεί πράγματι να συνδεθεί με τα στρατόπεδα, όπως υποστηρίζω, τότε η «φρίκη του είναι» δεν είναι τίποτα άλλο από τη φρίκη της Εβραϊκής γενοκτονίας και όλων των γενοκτονιών. Ωσάν ο πόλεμος, ο φόνος και ο απόλυτος φόνος, που είναι η γενοκτονία ενός ολόκληρου λαού, να ήταν γεγονότα τόσο τεράστιας εμβέλειας και σημασίας που απ’ τη στιγμή που διαπράττονται, εγγράφονται, πλέον, στο ίδιο το «Είναι», επισκιάζοντας το για πάντα, όπως το αίμα του Άβελ που «βοά μέσα απ’ τη γη».

Ο Λέβι και ο Λεβινάς εξεγείρονται, λοιπόν, απέναντι στο αποτρόπαιο αυτό ενδεχόμενο της αποπροσωποποίησης. Ο τρόμος γεννιέται από την προοπτική οικοδόμησης ενός κόσμου του Άιχμαν, ενός κόσμου, δηλαδή, όπου, παρ’ όλες τις κατηγορικές προσταγές, κανείς δεν είναι υπεύθυνος για τίποτα και κανείς δεν λογοδοτεί απέναντι σε κανένα. Το απόλυτο βιβλικό σκότος πριν τη δημιουργία του κόσμου, αντιστοιχεί στην πράξη χωρίς ηθικό πράττοντα, στην πράξη-Άιχμαν, δηλαδή σ’ αυτό ακριβώς που κατ’ ουσίαν υπήρξε η διαβολική μεγαμηχανή του χιτλερισμού. Ο απόλυτος τρόμος για τον οποίο μιλά ο Λεβινάς δεν είναι, λοιπόν, απλώς, ο θάνατος ή το απύθμενο αντισημιτικό μίσος, αλλά η παραγωγή του ανθρώπου-Άιχμαν, η εξαπόλυση –υπό τα φαιά ενδύματα, ασφαλώς, των κοσμοϊστορικών, υψηλών πεπρωμένων της εποχής–  του απρόσωπου και μαζικού θανάτου, του θανάτου ως εξολόθρευσης και ολικού αφανισμού, η δυνατότητα του Άουσβιτς.

Όπως το έχει δει ο Günther Anders, στο σημερινό τεχνικό κόσμο η απροσωποποίηση μπορεί να προσλάβει τη μορφή του μετασχηματισμού όλων μας, εκόντων ακόντων, σε Άιχμαν και σε Eatherly[46]. Τα  ναζιστικά στρατόπεδα, ως βιομηχανίες θανάτου, εκπροσωπούν εμβληματικά αυτή τη δυνατότητα του τεχνικά οργανωμένου και τέλεια διαρρυθμισμένου φόνου και του απόλυτου ηθικού εξανδραποδισμού του πράττοντος – πράγμα που ο Αριστοτέλης δεν μπορούσε, φυσικά, να προβλέψει. Ο τέλειος φόνος μπορεί να είναι μονάχα ο φόνος μιας μηχανής που εκτελεί τεχνικά παραγγέλματα. Αυτό ακριβώς είναι, κατά Άντερς, το μεγάλο δίδαγμα του Άουσβιτς: ότι ο άνθρωπος μπορεί –και μάλιστα ότι επιπλέον τείνει!– στην εποχή της τεχνικής, να μεταμορφωθεί σ’ αυτήν τη φονική μηχανή. Ο Άντερς μιλά για την συναισθηματική και ηθική μας αδυναμία να αντιδράσουμε απέναντι στο υπέρμετρο, λέξη που αποτελεί ένα άλλο όνομα γι’ αυτή την ίδια τεχνική εξουδετέρωση της ευθύνης:

Το «υπέρμετρο», αδιάφορο αν αφορά σχέδια, επιδόσεις στην παραγωγή ή ενέργειες που μόλις ολοκληρώσαμε, μας αφήνει πάντοτε ψυχρούς ή μάλλον (καθώς ακόμη και η ψυχρότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί αίσθημα) όχι ψυχρούς αλλά παντελώς άθικτους. (…) Τα έξι εκατομμύρια παραμένουν για μας ένα νούμερο. (…) ανάμεσα στα αισθήματα που αποτυγχάνουν δεν είναι μόνο η φρίκη ή ο σεβασμός ή η συμπόνια αλλά και το αίσθημα της ευθύνης. Όσο κι αν αυτό μοιάζει με απεικόνιση της κόλασης, ισχύει και εδώ ό,τι και για τη φαντασία και την αντίληψη: πως όσο αυξάνεται το μέγεθος των αποτελεσμάτων που επιδιώκουμε ή που έχουμε ήδη επιτύχει, το αίσθημα ευθύνης γίνεται ολοένα και πιο αδύναμο∙ πως εντέλει μηδενίζεται –πράγμα που σημαίνει ότι ολόκληρος ο μηχανισμός των αναστολών μας ακινητεί απόλυτα– μόλις ξεπεραστεί ένα συγκεκριμένο ανώτατο όριο.  Και επειδή ισχύει αυτός ο κανόνας της κόλασης, ο δρόμος είναι πια ανοιχτός στη θηριωδία.[47]                                 


Ως προσανατολισμός του λόγου προς τον άλλο άνθρωπο η θρησκεία δεν μπορεί να ταυτίζεται με μια άσαρκη καθολικότητα καντιανού τύπου[48]. Στην ιουδαιοχριστιανική, τουλάχιστον, θρησκευτικότητα η «συνείδηση» δεν είναι σολιψισμός αλλά απόλυτη επαγρύπνηση για τον κόσμο και η θρησκευτική συνείδηση ορίζει τη θεμελιώδη αδυνατότητα να «κλείσεις τα μάτια» μπροστά στα δεινά του άλλου, την αδυνατότητα να κοιμηθείς μπροστά στον πόνο του κόσμου[49]. Η μοντέρνα λογοτεχνία ως «αφυπνισμένη σκέψη»[50] της «αλλοιωμένης» εσωτερικότητας ξαναβρίσκει αυτή την πνευματικότητα της επαγρύπνησης με τον δικό της τρόπο και τις δικές της μεθόδους. To συμπέρασμα, ωστόσο, της λογοτεχνικής και της θρησκευτικής αναθεώρησης της νεωτερικότητας είναι κοινό: η ελληνική συνιστώσα της Δύσης, η σοφία των αιώνιων μνημείων του λόγου, η αποσπασμένη οίηση του καθολικού λόγου δεν αρκεί προκειμένου να διασφαλίσει την αληθινή ειρήνη και τη δικαιοσύνη. Η δυνατότητα αυτή συνανήκει, αντίθετα, με την ανθρώπινη ευθραστότητα και την ταπείνωση του σώματος που προφέρει το «είμαι ένα τίποτα»[51] ή το «ἐγὼ εἰμὶ γῆ καὶ σποδὸς»».[52] Η δυνατότητα της ειρήνης διασώζεται, τελικά, στη μαρτυρία εκείνων που, όπως ο Πρίμο Λέβι, κατάφεραν να βγουν από το κολαστήριο διασώζοντας πάνω στο κορμί τους τη «δυσοίωνη είδηση» για το «τι κατάφερε να κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο μέσα στο Άουσβιτς».[53] Μακράν από το να «ωχριά», η μνήμη του Άουσβιτς πρέπει, συνεπώς, να διαπεράσει τον λόγο και τη σκέψη της σημερινής Ευρώπης, Ευρώπης της οποίας οι ελίτ συνεχίζουν να διεξάγουν πολέμους,[54] εργαλειοποιώντας, μάλιστα, τη μνήμη του Ολοκαυτώματος μέσω της ένταξής του στη ρητορική των δικαιωμάτων! Εναντίον αυτής της εργαλειοποίησης, το έργο του Πρίμο Λέβι μπορεί να λειτουργήσει ως η απαραίτητη υπόμνηση της φρίκης που ελλοχεύει μέσα σε κάθε άτρωτη και αλαζονικά άθεη κοινωνία καθώς, επίσης, και ως υπόμνηση για την ουσιαστική απώλεια της βιβλικής συνιστώσας της Ευρώπης, συνιστώσας που ορίζει τα ίδια τα θεμέλια της Ευρώπης ως εκείνο το έλεος ειρήνης άνευ του οποίου ακόμη και τα μεγαλύτερα και τελειότερα επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού και του λόγου –όπως, αίφνης, το κράτος και η τεχνική–  τρέπονται αδηρίτως, σε τέλεια οργανωμένες και διαρρυθμισμένες μηχανές φόνου!

Μιχάλης Πάγκαλος

[Απόσπασμα από πολύ εκτενέστερο κείμενο του συγγραφέα με τίτλο “Λόγος και σώμα των στρατοπέδων στον Πρίμο-Λέβι και τον Λεβινάς”, το οποίο δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Πρίμο Λέβι (1919-1987), τχ. 1821, Απρίλιος 2009, σ. 663-706. Η τρίτη υποενότητα του κειμένου (“Το σώμα στο Άουσβιτς”) έχει αναδημοσιευτεί και στην ιστοσελίδα].


[1] Γερμανικά στο πρωτότυπο: «Απαγορεύεται να πιεις».

[2] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, Άγρα 1997, σ. 24.

[3] Ό.π.

[4] Gallimard, Παρίσι, 1945, σ. 173 κ.ε.

[5] Είναι η θέση του σχολιαστή του Merleau-Ponty, Renaut Barbaras, στο βιβλίο του, Le tournant de lexpérience. Recherches sur la philosophie de Merleau Ponty, Vrin, 1998. Βλ. και την ευσύνοπτη παρουσίαση της Michela Marzano, Η φιλοσοφία του σώματος, Que sais-je ? PUF, Παρίσι, 2007, μτφ. Αθηνά Μπάζου, Το Βήμα, 2007, σ. 51, απ’ όπου και το απόσπασμα.

[6] Βλ. Εμμανουέλ Λεβινάς, Ελευθερία και Εντολή, Εστία 2006.

[7] Εμμανουέλ Λεβινάς, Αutrement qu’être ou au-dela de l’essence, Martinus Nijhoff, 1974, σ. 53.

[8] «Interior intimo meo et superior sumo meo», Εξομολογήσεις ΙΙΙ. 6. 11, [ελλ. μτφ. Φ. Αμπατζοπούλου, εκδόσεις Πατάκη, 1997].

[9] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, Άγρα 1998, σ. 40.

[10] Ως εξαφάνιση κάθε ίχνους του άλλου, ακόμη και των έσχατων χειρονομιών στοργής και πένθους των ζωντανών προς τους νεκρούς τους, η καύση των νεκρών η οποία στις φιλελεύθερες κοινωνίες εκθειάζεται ως «πολιτιστικό δικαίωμα» είναι, κατά τη γνώμη μου, μια πράξη βαρβαρότητας.

[11] Πρίμο Λέβι, Αυτοί που σώθηκαν και αυτοί που βούλιαξαν, ό.π., σ. 129.

[12] Φιλίπ Νεμό, Τι είναι η Δύση, μτφ. Δημήτρης Αναγνωστόπουλος, Πέννυ Μέγγουλη, Αμαλία Σταθάκη, Ιωάννα Χονδρού, Θεώνη Χρυσανθοπούλου, επιμέλεια Μαρία Παπαδήμα, Εστία, 2008.

[13] Βλ. Είναι και Χρόνος, μτφ. Γιώργος Τζαβάρας σ. 384. Για το θέμα της χαιντεγκεριανής αποφασιστικότητας, ως αντίποδα της βιβλικής τρωτότητας, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω και στο κείμενό μου «Μονοθεϊσμός, ελευθερία, αυτονομία και εντολή»,  Αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Λεβινάς, τεύχος 1814, Σεπτέμβριος 2008, σ. 315 κ.ε.

[14] Βλ., «στη γη ανήκουν αυτά τα παπούτσια και μέσα στον κόσμο της χωριάτισσας διαφυλάσσονται» Χάιντεγκερ, Η προέλευση του έργου τέχνης, εισαγωγή, μτφ. Γιώργος Τζαβάρας, Δωδώνη, Ιωάννινα, 1986, σ. 54-55.

[15] «Ναι λέει ο Σβαρτς. Όταν ο λόφος αποψιλώθηκε, αυτό το εξαιρέσαμε, σε ανάμνηση του Γκαίτε! Και ξεκινά, ο καλός σου ένα μακρύ δεκαρικό περί του εθνικοσοσιαλιστικού σεβασμού έναντι της σεβαστής μας γερμανικής πνευματικής παράδοσης», Χόρχε Σεμπρούν, Τι ωραία Κυριακή!, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, Εξάντας, 1989, σ. 239.

[16] Βλ., Λακού-Λαμπάρτ και Νανσύ, Ο μύθος του ναζισμού, ό.π.

[17] Giorgio Agamben, Ηοmo Sacer, Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μτφ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, επίμετρο Γιάννης Σταυρακάκης, Scripta, 2005, σ. 234.

[18] Στο σπουδαίο άρθρο του «Quelques réflexions sur la philosophie de l’hitlérisme», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Esprit, 26, το 1934. Ο Agemben λέει ότι αυτό το άρθρο του Λεβινάς  «συνιστά ακόμη και σήμερα την πιο πολύτιμη συνεισφορά για την κατανόηση του εθνικοσοσιαλισμού», βλ. Homo sacer, ό.π.

[19] Emmanuel Lévinas, « Quelques réflexions sur la philosophie de l’hitlérisme », Esprit, 26, 1934, σσ. 204-206. Παραθέτω τη μετάφραση του Π. Τσιαμούρα, στο Giorgio Agamben, Ηοmo Sacer, Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, ό.π., σσ. 235-236.

[20] Η παρομοίωση χρησιμοποιήθηκε από τον Χίτλερ.

[21] Για το λόγο αυτό ο  Π. Κονδύλης έχει άδικο όταν θεωρεί ότι οι «χριστιανικές και ιδεαλιστικές δυαρχίες» δεν είναι παρά το ψευδεπίγραφο ένδυμα των εν συγκρούσει πραγματικών δυνάμεων και συμφερόντων, τις οποίες ο φιλόσοφος θα όφειλε να ατενίζει με «στωική φαιδρότητα ψυχής» αφού «έτσι είναι τα πλάσματα της Φύσης και δεν μπορούν να κάμουν αλλιώς», (Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, Νεφέλη, 1988, σσ. 37-38). Ο Κονδύλης δεν είναι, βέβαια, σε καμία περίπτωση, ρατσιστής και ναζιστής, αλλά πόσο αντιστέκεται στην ωμή δύναμη μια φιλοσοφία που αντιλαμβάνεται την επιδίωξη της απόλυτης ισχύος εν είδη εντολής εγγεγραμμένης στην βαθύτερη, φύση του ανθρώπου; Η δύναμη με την οποία επιβάλλεται το αυτονόητο είναι, επίσης, μια μορφή οίησης που τυφλώνει το πνεύμα. Χρησιμότερο, απ’ αυτή τη φιλοσοφική, «περιγραφική» αποδοχή της ιδεολογίας του πολέμου, θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, να ερευνηθεί η έννοια της φύσεως και οι μετασχηματισμοί της στη δυτική φιλοσοφία και θεολογία και, ειδικότερα, η απογύμνωση της έννοιας του ανθρώπου από τα ουσιώδη ηθικά της κατηγορήματα κατά τη μετάβαση από το Μεσαίωνα στη νεωτερικότητα, όπως το έχει δείξει, για παράδειγμα, ο MacIntyre στο After Virtue, Dukworth, Λονδίνο, 1981, σ. 59-60.

[22] Χόρχε Σεμπρούν, Ο νεκρός που μας χρειάζεται, μετάφραση-επίμετρο, Οντέτ Βαρών Βασάρ, Εξάντας 2003, σ. 41.

[23] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, ό.π.,  σ. 109, κ.ε.

[24] Πρίμο Λέβι, Αυτοί που σώθηκαν και αυτοί που βούλιαξαν, ό.π., σ. 87.

[25] Πρίμο Λέβι, Αυτοί που σώθηκαν και αυτοί που βούλιαξαν, ό.π., σ. 88, υπογράμμιση δική μου.

[26] Χόρχε Σεμπρούν, Το Μεγάλο Ταξίδι, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, Εξάντας, 1974, σσ. 70-71.

[27] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, μτφ. Κωστής Παπαγιώργης, Ίνδικτος, 1999. Ο γαλλικός τίτλος του βιβλίου, De lexistence à lexistant,  θα μπορούσε, ορθότερα, να μεταφραστεί στα ελληνικά ως, Από την ύπαρξη στο υπαρκτό, αφού ο Λεβινάς αντιτάσσει στη φρίκη του γενικού και ανώνυμου «υπάρχει» το συγκεκριμένο υπαρκτό.

[28] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 13.

[29] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 68.

[30] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 34.

[31] Ό.π.

[32] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 93. Ο βιβλικός Λεβινάς αναζητά στον χρόνο την απελευθέρωση από το τραγικό της μοίρας: «Ο χρόνος, αντί να συνιστά το τραγικό μπορεί να χαρίσει την ελευθερία», ο.π.

[33]  Ό.π.,

[34] Υπ’ αυτήν την έννοια πιστεύω ότι οι στοχασμοί αυτοί του Πρίμο Λέβι και του Λεβινάς πάνω στο σώμα και την υποδούλωση μπορούν να συνδεθούν άμεσα με τη σκέψη, ιδίως του νεαρού, Μαρξ. Για την παραγνωρισμένη ηθικο-υπαρξιακή έννοια της υποδούλωσης στον Μαρξ βλέπε το σπουδαίο βιβλίο του Έριχ Φρομ, Η εικόνα του ανθρώπου στον Μαρξ, Μπουκουμάνης, 1975. Ο Φρομ έχει επεξεργαστεί τη βιβλική έννοια του ειδώλου και της ειδωλολατρίας. Για το λόγο αυτό, οι αναλύσεις του πάνω στην καπιταλιστική υποδούλωση της εργατικής τάξης, διαμέσου της αντικειμενοποίησης της σχέσης μας με τον άλλο άνθρωπο – έτσι αναλύει ο Φρομ τον μαρξιστικό «φετιχισμό του εμπορεύματος» – είναι εξαιρετικά βαθιές και πρωτότυπες.

[35] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 32.

[36] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 33

[37] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, ο.π.,  σ. 75

[38] «Το είδος της ύπαρξης που μας δόθηκε, χωρίς χρονικά όρια στους κόλπους της γερμανικής κοινωνίας», Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, ό.π.,  σ. 100.

[39] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, ό.π., σ. 75.

[40] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 71, υπογράμμιση δική μου.

[41] Στο εφιαλτικό μυθιστόρημά του, Σιγκφριντ, ο γιος του κτήνους, μτφ. Ινώ Μπαλτά, Καστανιώτης 2003, σ. 131.

[42] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπαρκτό, σ. 73, βλ., επίσης, «αντί να μας οδηγήσει στο Θεό, η έννοια του είναι μας οδηγεί στην απουσία του Θεού, στην απουσία κάθε όντος. Οι πρωτόγονοι βρίσκονται απολύτως πριν από την Αποκάλυψη, πριν από το φως». Το φως στον Λεβινάς είναι το ηθικό φως και η πηγή του είναι το πρόσωπο του άλλου, που έρχεται να αναστείλει τη βία και να διαλύσει τα σκοτάδια κάθε αντι-ανθρωπισμού και αρχαϊσμού.

[43] Πρίμο Λέβι, Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν, ό.π., σ. 53.

[44] Πρίμο Λέβι, Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν, ό.π., σ. 55, 57.

[45] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, ό.π., σ. 60.

[46] Ο Claude Eatherly είναι ο πιλότος της Χιροσίμα και είναι πρόσωπο τραγικό. Στον Άιχμαν, αντίθετα, απάδει το επίθετο τραγικός, διότι, όπως, αποδείχτηκε στη δίκη του, που έγινε στην Ιερουσαλήμ το 1961, ο Άιχμαν δεν ήταν απλός εκτελεστής διαταγών, όπως ήθελε να παρουσιάζεται, αλλά ένας από τους βασικούς εγκεφάλους και οργανωτές της γενοκτονίας. Δικαίως, στη σκέψη του Άντερς, ο Άιχμαν εκπροσωπεί τον απολύτως εξανδραποδισμένο άνθρωπο, τον τεχνικό διαχειριστή του θανάτου και δικαίως ο Άντερς επισημαίνει τον κίνδυνο της εποχής της τεχνικής ως κίνδυνο παραγωγής ανθρώπων-Άιχμαν στο σήμερα!

[47] Γκύντερ Άντερς, Εμείς οι γιοι του Άιχμαν, μτφ. Κώστας Σπαθαράκης, επίμετρο Σταύρος Ζουμπουλάκης, σσ. 36-38: «Οι κανόνες της κόλασης».

[48] Ο Καντ έψεγε την πολιτική διάσταση του Εβραϊσμού όταν έλεγε ότι ο «Ιουδαϊσμός δεν αποτελεί καθόλου μια θρησκεία», αλλά τη συγκέντρωση μια φυλής «κάτω από απλώς πολιτικούς νόμους», Η θρησκεία εντός των ορίων του λόγου και μόνο, μετάφραση, σημειώσεις, επιλεγόμενα, Κώστας Ανδρουλιδάκης, Πόλις 2007, σ. 232. Ο Καντ υποτιμά την ιστορική και πολιτική εμπειρία της Βίβλου. Άλλα όσο απίθανο είναι να υπάρξει μια αποστειρωμένη «θρησκεία στα όρια του Λόγου και μόνο», άλλο τόσο είναι και για την ηθική να υπάρχει χωρίς την πολιτική –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μία ανάγεται εξ ολοκλήρου στην άλλη. Η λατρεία δεν είναι άλογη. Ο χώρος του έλλογου είναι πολύ ευρύτερος απ’ όσο νόμιζε ο Καντ. Ο Πρίμο Λέβι, αντίθετα, έχει κατανοήσει βαθιά ότι τα πιο καίρια ηθικά ερωτήματα και διλήμματα δεν είναι διαδικαστικά αλλά έρχονται στην ηθική από «έξω», δηλαδή, από την ιστορία και την πολιτική. Στη σημερινή «κοινωνία της αδιαφορίας» η λατρεία χρειάζεται να ξαναβρεί το κοινωνικό και πολιτικό της συμπλήρωμα.

[49] Βλ., εδώ, Εμμανουέλ Λεβινάς, De Dieu qui vient à l’idée, Vrin, 1981, «De la conscience à la veille», σ. 34-61,  καθώς και το εκπληκτικό βιβλίο του Pierre Pachet, Aux Aguets, Essais sur la conscience et l’histoire, Μaurice Nadeau, Παρίσι, 2002.  

[50] Μεταφράζω έτσι τον όρο « pensée éveillée » του Pierre Pachet.

[51] Βλ. τον λόγο της Εκάβης από τις Τρωάδες του Ευρυπίδη, στίχος 109.

[52] Παλαιά Διαθήκη, Γένεσις, 18.27.

[53] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, σ. 64.

[54] Βλ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Στη σκηνή του κόσμου, ό.π. το πρώτο κείμενο «Η Αμερική βομβαρδίζει τη Σερβία και η Ευρώπη βομβαρδίζει τον εαυτό της», σ. 13-22